MENU

Καμία σπουδαία διαφορά δεν θα έκανε στον Παναθηναϊκό το εάν θα έβγαινε τρίτος ή τέταρτος στη βαθμολογία εφόσον δεν κατέκτησε το πρωτάθλημα, από τη στιγμή που -από απόλυτος κομπάρσος που ήταν τα αμέσως προηγούμενα χρόνια με όσα τραγελαφικά βίωνε ο σύλλογος- έχει επανέλθει σε συνθήκες πρωταθλητισμού την τελευταία τριετία. 

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς πώς μπορεί να ισχυριζόμαστε κάτι τέτοιο όταν πλέον υπάρχει ο κίνδυνος να μην βγει η ομάδα καν στην Ευρώπη για τη νέα σεζόν, γεγονός που θα είναι καταστροφικό από πάσα άποψη και πισωγύρισμα ολκής. 

Η απάντηση είναι μάλλον αυτονόητη: Ούτως ή άλλως εάν ο Παναθηναϊκός χάσει το Κύπελλο, είτε έβγαινε δεύτερος, είτε τρίτος, είτε τέταρτος στο πρωτάθλημα, με ή χωρίς ευρωπαϊκά προκριματικά, η αποτυχία θα έκανε εκκωφαντικό κρότο και η αφετηρία της επόμενης σεζόν θα ήταν μάλλον εφιαλτική. 

Ετσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ο τελικός του Κυπέλλου δεν καθορίζει απλώς ολόκληρη τη φετινή σεζόν, αλλά και την επόμενη. 

Ο ευρωπαϊκός δρόμος παραμένει ανοιχτός και μάλιστα για τα προκριματικά του Γιουρόπα Λιγκ και όχι του Κόνφερενς που βγάζει η δεύτερη και η τρίτη θέση του πρωταθλήματος, την ίδια στιγμή που ουδέποτε ένας τίτλος αποτελούσε αμελητέα ποσότητα για να αποτελεί τώρα που μόνο χορτασμένο από παντός είδους κούπες δεν είναι το τριφύλλι. 

Το δεύτερο καλύτερο εισιτήριο, μετά απ’ αυτό του φετινού πρωταθλητή ΠΑΟΚ, από τη στιγμή που η ΑΕΚ, για παράδειγμα, με παντοδύναμη διοίκηση επί παντός επιστητού και αγωνιζόμενη για δεύτερη σεζόν στο νέο της γήπεδο, θα είναι δεδομένα στα προκριματικά του Κόνφερενς και δίχως κάποιο τίτλο στο ενεργητικό της. Οπως στα προκριματικά του Κόνφερενς θα είναι και ο Ολυμπιακός εάν δεν νικήσει τη Φιορεντίνα στην «OPAP Arena». 

Ενα μέρος της φετινής χρονιάς μπορεί να σωθεί με την κατάκτηση του Κυπέλλου δίχως αυτό να σημαίνει ασφαλώς ότι θα είναι και επιτυχημένη. Η αποτυχία θα περιοριστεί, ουχί απόλυτα, αλλά αισθητά.

Αντιθέτως, εάν δεν κατακτηθεί το Κύπελλο, θα πρόκειται για ποδοσφαιρική καταστροφή, με την επιγραφή Γιάννης Αλαφούζος στην ταμπέλα του υπευθύνου να αναβοσβήνει και να λαμπυρίζει σε ολόκληρη τη φίλαθλη Ελλάδα.  

Οχι τίποτα άλλο, αλλά βλέποντας τα πρώτα 60 λεπτά του ντέρμπι με τον Ολυμπιακό (όχι τον Ολυμπιακό του Καρβαλιάλ αλλά του Μεντιλίμπαρ που θα παίξει σε ευρωπαϊκό τελικό για πρώτη φορά στην ιστορία του), ήταν αρκετοί αυτοί που ξαναθυμήθηκαν το… έγκλημα. 

Διότι δεν γίνεται να μην ήρθε συνειρμικά στο νου αρκετών φίλων του Παναθηναϊκού που αντιλαμβάνονται το ποδόσφαιρο και παρακολούθησαν το ντέρμπι, πόσο εξωφρενικά κυκλοθυμικό, αντιποδοσφαιρικό και οδυνηρό για την ομάδα (και τον ιδιοκτήτη της), ήταν το Χριστουγενιάτικο «πείραγμα» της.

Το «πείραγμα» μιας υγιούς ομάδας επειδή το… ταβάνι της είχε τρυπήσει και έφερε τον Τερίμ για να το ισιώσει και να το… απογειώσει. 

Για τον απλούστατο λόγο ότι για μία ώρα αγώνα είδαμε τον Παναθηναϊκό εκείνης της περιόδου, να κυριαρχεί του Ολυμπιακού και μάλιστα δίχως τον καλύτερο επιθετικό/ποδοσφαιριστή του (Ιωαννίδη). 

Να έχει ισορροπία και ξεκάθαρο τακτικό πλάνο, να σπάει το πρες του αντιπάλου ορθολογικά, να μην παίρνει αλόγιστα ρίσκα, να έχει γκολ, δοκάρι, δύο τετ α τετ και να βγάζει συνεργασίες με τη μπάλα κάτω από το αμυντικό έως το επιθετικό τρίτο του γηπέδου.  

Για 60 λεπτά εξοργιζόσουν στη σκέψη του τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εάν δεν «πειραζόταν» η ομάδα τόσο άγαρμπα και αυτοκαταστροφικά από τον Αλαφούζο.

Συνειρμικά πέρασαν από το νου τα ματς με τη Μαρσέιγ, το γεμάτο ΟΑΚΑ με την Μπράγκα και τη Βιγιαρεάλ, τα νικηφόρα ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, αλλά και το εντελώς διαφορετικό κλίμα στην εξέδρα σε σχέση με το σήμερα.

Το πώς περάσαμε μέσα σε λίγους μήνες από την ποδοσφαιρική υγεία, στη διχόνοια και τη μιζέρια.  

Κι αν απορεί κανείς για το πώς είναι δυνατόν ποδοσφαιρικά με μία προπόνηση του Κόντη να υπάρχει αυτή η αλλαγή τόσο άμεσα, η απάντηση είναι εύκολη: στον σκληρό δίσκο των παικτών υπάρχει η ποδοσφαιρική φιλοσοφία δυόμιση ετών και στην ενδεκάδα του ντέρμπι μόνο ο Μπακασέτας ήταν φρέσκο πρόσωπο. 

Για όσους κρίνουν από το (ισόπαλο) αποτέλεσμα ενδεχομένως να φαίνονται υπερβολικά τα παραπάνω, όσοι στέκονται στην εικόνα μπορούν να αντιληφθούν τι είδαν τα μάτια τους στο ντέρμπι. 

Κανένα ματς βεβαίως δεν κρατάει μία ώρα. Και ο Ολυμπιακός ήταν πράγματι ανώτερος στο τελευταίο μισάωρο, αφού προηγουμένως ξαναμπήκε στο ματς με σκαφτό σουτ από το ύψος της μεγάλης περιοχής και μάλιστα σε σετ παιχνίδι (lol). 

Ενα γκολ από έναν εξαιρετικό ποδοσφαιριστή όπως ο Ποντένσε, αλλά ταυτόχρονα φουλ συμπλεγματικού ως χαρακτήρα, όπως φρόντισε να μας αποδείξει με τη συμπεριφορά του στη φάση της αποβολής του.

Ταυτόχρονα η ομάδα «κρέμασε» όταν ζήτησαν αλλαγή οι Τσέριν, Μπερνάρ και Χουάνκαρ, καθώς οι παίκτες που τους αντικατέστησαν ήταν απογοητευτικοί στην πλειονότητά τους και σε μία στιγμή αδράνειας του Ζέκα ήρθε η ισοφάριση.

Ηταν στραβό το κλίμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος.

Τελευταίο αλλά όχι έσχατο. Για τον Μπερνάρ και τον Χουάνκαρ ήταν το τελευταίο ματς στη Λεωφόρο με την πράσινη φανέλα και το τριφύλλι στο στήθος. Οχι όμως και το τελευταίο τους στον Παναθηναϊκό. Ειδικότερα ο Βραζιλιάνος άσος δικαιούται να αποχωρήσει από την Ελλάδα μ’ έναν τίτλο. Το αξίζει περισσότερο από κάθε άλλον. Για την ποιότητα, τη συμπεριφορά και το ήθος του.

Από την ποδοσφαιρική υγεία, ξανά στη μιζέρια και με την πλάτη στον τοίχο