MENU

Λίγα λόγια για την ιστορική σεζόν της ΑΕΚ: όσα πέτυχε φέτος είναι εντυπωσιακά και θα ήταν ακόμα κι αν έχανε στον τελικό, πράγμα που έμοιαζε και το πιο λογικό εφόσον έμεινε με παίκτη λιγότερο μόλις στο 6ο λεπτό. Το γεγονός όμως ότι κατέκτησε και το κύπελλο με αυτόν τον απολύτως εντυπωσιακό όσο και πειστικό τρόπο αποτελεί το κερασάκι στην τούρτα των «μαγικών» του Ματίας Αλμέιδα και των συνεργατών του.

Ο τρόπος που μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο Αργεντίνος μεταμόρφωσε την περυσινή, θλιβερή ΑΕΚ, την έκανε την καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα και ταυτόχρονα της έδωσε τέτοιο μέταλλο ώστε να μην λυγίζει ούτε με αριθμητικό μειονέκτημα, ούτε όταν αναγκάζεται να παίξει με εντελώς διαφορετικό αγωνιστικό στιλ από το συνηθισμένο της, είναι μοναδικός στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Και ταυτόχρονα «γκρεμίζει» το άλλοθι του Λουτσέσκου περί μεταβατικής χρονιάς.

Θέλω να πω ότι αν για τον ΠΑΟΚ που διατήρησε για δεύτερη χρονιά (και τέταρτη τα τελευταία έξι χρόνια) τον ίδιο προπονητή στον πάγκο του και ξεκίνησε τον τελικό με πέντε έμπειρους παίκτες που είχε και πέρυσι στο ρόστερ του (Σάστρε, Ίνγκασον, Σβάαμπ, Αουγκούστο, Ζίφκοβιτς), δυο ταλαντούχους νεαρούς που ήρθαν από τις ακαδημίες, συν τέσσερις μεταγραφές εκ των οποίων άπειρος είναι μόνο ο Κοτάρσκι η σεζόν ήταν μεταβατική, για την ΑΕΚ με νέο προπονητή και πέντε νέους ποδοσφαιριστές στην ενδεκάδα της σε σχέση με το περυσινό ρόστερ συν έξι που είχαν απαξιωθεί σχεδόν πλήρως το περασμένο καλοκαίρι, τι ήταν; Θριαμβευτική, αυτό ήταν.

Αλλά εντάξει, για να μην αδικούμε τον Ρουμάνο και τη δουλειά του, πρέπει να παραδεχθούμε ότι το σύνηθες και λογικό είναι ότι πράγματι απαιτείται ένα εύλογο χρονικό διάστημα προκειμένου να στηθεί μια καλή ομάδα από την αρχή. Ο ΠΑΟΚ της πρώτης περιόδου Λουτσέσκου ρόλαρε στο δεύτερο μισό της πρώτης του σεζόν και εν συνεχεία σάρωσε τα πάντα. Ο Ολυμπιακός του Μαρτίνς ρόλαρε στο δεύτερο μισό της πρώτης του σεζόν προτού πάρει τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα. Ο ΠΑΟ του Γιοβάνοβιτς επίσης ρόλαρε στο δεύτερο μισό της πρώτης του σεζόν και φέτος βελτιώθηκε κι άλλο. Η ΑΕΚ του Αλμέιδα ρόλαρε σχεδόν αμέσως, αλλά αυτό είναι η εξαίρεση όχι ο κανόνας.

Ο φετινός ΠΑΟΚ έμοιαζε να ρολάρει στο δεύτερο μισό της σεζόν. Μέχρι να έρθουν τα πλέι – οφ (κυρίως) και ο τελικός του κυπέλλου να διαλύσουν την ψευδαίσθηση και να δημιουργήσουν σοβαρά ερωτηματικά για το καλοκαίρι. Στο Βόλο η ομάδα του Λουτσέσκου βρέθηκε με παίκτη παραπάνω από το 6ο λεπτό, έκανε ένα καλούτσικο πρώτο ημίχρονο όπου φυσιολογικά έκλεισε την ΑΕΚ, έφτιαξε και έχασε καθαρές ευκαιρίες, είχε δοκάρι και δέχτηκε γκολ από κακή αντίδραση σε στημένη μπάλα. Και μετά ήρθε η καταστροφή: κάκιστο δεύτερο μέρος με νευρικότητα, βιασύνη, τσαπατσουλιά και ελάχιστο ποδόσφαιρο, μόλις μία καθαρή ευκαιρία, εντελώς λανθασμένο διάβασμα από τον πάγκο, λανθασμένες αλλαγές, 2-0, γειά σας. Ο ΠΑΟΚ τελείωσε το παιχνίδι με Βιεϊρίνια, Μπίσεσβαρ, Καντουρί στο χορτάρι λες και έχουμε 2019. Έχουμε 2023. Και τα ιερά τοτέμ του «Δικεφάλου» μπορούν πλέον να προσφέρουν ελάχιστα. Θα μου πείτε είχε άλλους και δεν τους έβαλε ο Ράζβαν; Θα σας πω ότι η αποτυχία και το μπέρδεμα της χρονιάς σφραγίζονται από το γεγονός ότι δυο εκ των -υποτίθεται- πιο ελπιδοφόρων πρότζεκτ του ΠΑΟΚ, ο Φελίπε Σοάρες και ο Ντάντας δεν έπαιξαν καθόλου, για να πάρουν χρόνο οι τιμημένες «γεροντάρες».

Συγγνώμη αλλά τι μετάβαση ακριβώς είναι αυτή στην οποία προτιμώνται παίκτες οι οποίοι αγωνίζονται στο τελευταίο τους ματς με την ασπρόμαυρη φανέλα και όχι τα ταλέντα που ήρθαν για να χτιστεί πάνω τους το αύριο; Από ποιον θα είχε να κερδίσει περισσότερα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, ο ΠΑΟΚ την Τετάρτη, από τον Στέφανο Τζήμα αν έπαιζε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αποκτούσε έτσι υπερπολύτιμες εμπειρίες σε ένα μεγάλο ματς όπου (όπως είχε εξελιχθεί) η ομάδα του δεν είχε πια τίποτα να χάσει; Ή από τον αγαπημένο Μπίσε που εδώ και δυο χρόνια δεν προσφέρει το παραμικρό όποτε παίζει; (Παρεμπιπτόντως τον Τζήμα τον αισθάνθηκε η άμυνα της ΑΕΚ στα ελάχιστα λεπτά που έπαιξε, περισσότερο από όλους τους άλλους μεσοεπιθετικούς του ΠΑΟΚ).

Εδώ έγκειται η θολούρα όσον αφορά τη στόχευση του συλλόγου. Στο ακροτελεύτιο ματς της σεζόν φάνηκε (εκ νέου θα πω) ότι στον ΠΑΟΚ δεν βρίσκονται όλοι ακριβώς στην ίδια σελίδα.

Και όπως έγραψε σωστά ο Σταύρος Κόλκας: «όταν συμβιβάζεσαι με πράγματα που δεν σου αρέσουν, η αποτυχία είναι δεδομένη».

Ενδεχομένως πριν το ξεκίνημα της επόμενης περιόδου να απαιτείται ξεκαθάρισμα.

Παρά το πικρό φινάλε, προσωπικά είμαι απολύτως υπέρ του να συνεχιστεί η προσπάθεια ανάδειξης νέων ταλέντων. Οι εξαιρετικές ακαδημίες του ΠΑΟΚ διαθέτουν μπόλικα τέτοια, τα στοιχήματα από την Πορτογαλία ή την Ουρουγουάη που μάλιστα έρχονται και με το αζημίωτο αποδείχθηκαν περιττά.

Αλλά για να είμαστε ξεκάθαροι; οι μεταβάσεις και μαζί τους η πίστωση χρόνου τελείωσαν.

Και ναι, δεν χρειάζεται ισοπέδωση και πλήρης απαξίωση της φετινής προσπάθειας. Χρειάζονται όμως σοβαρές ενέσεις ποιότητας. Ποδοσφαιριστές με προσωπικότητα και κλάση που θα πλαισιώσουν ιδανικά το ταλέντο των νεότερων. Εργαλεία που θα επιτρέψουν στον Λουτσέσκου να κάνει αυτό που θέλει και του αρέσει: πρωταθλητισμό.

Πρωταθλητισμό στον οποίο θα παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο ο Κωνσταντέλιας, ο Κουλιεράκης, ο Τζήμας. Γίνεται; Φυσικά γίνεται. Αρκεί οι υπόλοιποι γύρω τους να μην είναι μέτριοι ή και κάτω του μετρίου.

Και αρκεί ο Ραζβάν να γουστάρει την ομάδα που θα έχει στα χέρια του. Ειδάλλως η φετινή θα καταχωρηθεί απλώς ως μετάβαση στο κενό.

Μετάβαση στο κενό