MENU

Η προσωρινή εκεχειρία μεταξύ των αιώνιων αντιπάλων του αιγυπτιακού ποδοσφαίρου μεταξύ Ζάμαλεκ και Αχλί βοήθησε στην ανατροπή του Αιγύπτιου δικτάτορα Χόσνι Μουμπάρακ στην Αραβική Άνοιξη, ενώ ο πόλεμος του 1969 μεταξύ Ελ Σαλβαδόρ και Ονδούρας πυροδοτήθηκε από ταραχές πριν από έναν προκριματικό αγώνα για το Παγκόσμιο Κύπελλο, μεταξύ των δύο χωρών.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι, φασίστας ηγέτης της Ιταλίας μεταξύ 1922 και 1943 ήταν από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν την δυναμική του ποδοσφαίρου.

Η Ιταλία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια χώρα γεμάτη αβεβαιότητα. Η οικονομία της επλήγη σκληρά από την τετραετή σύγκρουση και η μετάβαση προς ένα ενοποιημένο έθνος σε σχέση με το συνονθύλευμα ανεξάρτητων πόλεων-κρατών που προηγήθηκε, εξακολουθούσε να φαίνεται ημιτελής.

Κυρίαρχη δύναμη μέσω του ποδοσφαίρου

Η υπέρμετρη φιλοδοξία του Μουσολίνι να καταστήσει την Ιταλία κυρίαρχη δύναμη, δημιουργώντας μια νέα αυτοκρατορία βασίστηκαν στην οικοδόμηση εσωτερικής ενότητας. Ο δικτάτορας σύντομα συνειδητοποίησε ότι το ποδόσφαιρο ήταν το ιδανικό άρμα για να εξασφαλίσει λαϊκή υποστήριξη στο εθνικιστικό του κίνημα.

Όταν ο Μουσολίνι ανέλαβε τον έλεγχο της χώρας ανατρέποντας τον βασιλιά Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ' στις αρχές της δεκαετίας του 1920, το ποδόσφαιρο ήταν ένα άθλημα που η δημοφιλία του συνεχώς αυξανόταν.

Οι διοργανώσεις ωστόσο παρέμεναν εξαιρετικά υποτυπώδεις: υπήρχαν δύο ξεχωριστά πρωταθλήματα –ένα που προοριζόταν για Ιταλούς και ένα που επέτρεπε επίσης τη συμμετοχή ξένων– και το καθένα χωρίστηκε σε περιφερειακές ομάδες. Έχοντας πλήρη επίγνωση των δυνατοτήτων του παιχνιδιού, ο «Ντούτσε» προχώρησε σε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις, επιχειρώντας να συντονίσει τη μέχρι τότε ανοργάνωτη ομοσπονδία και να εδραιώσει τη θέση του ποδοσφαίρου ως κύρια δραστηριότητα αναψυχής του έθνους.

Το 1926, ο ακροδεξιός πρόεδρος της ιταλικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Λάντο Φερέτι, τέθηκε επικεφαλής της Ιταλικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIGC) και επιφορτίστηκε με την αναμόρφωση του αθλήματος σε όλα τα επίπεδα, με σημαντική συμβολή ασφαλώς από τα υψηλά κλιμάκια.

Επαγγελματικό ποδόσφαιρο στην Ιταλία

Η Επιτροπή υπέγραψε ένα έγγραφο που ονομάζεται " Carta di Viareggio " (Κανόνες που εκδόθηκαν στο Viareggio) όπου οι ποδοσφαιριστές αναγνωρίστηκαν ως «μη ερασιτέχνες» και μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση για επιστροφή χρημάτων, ενώ ήδη αγωνίζονταν. Έπρεπε να υπογράψουν τη δήλωση ότι δεν είναι επαγγελματίες παίκτες, ώστε να τηρηθούν οι κανόνες της FIFA, επειδή για τη FIGC (ιταλική ομοσπονδία) εμφανίζονταν ως «ερασιτέχνες» που λαμβάνουν απλώς επιστροφές χρημάτων. Ήταν η αρχή του επαγγελματισμού στην Ιταλία .

Η Serie A ιδρύθηκε με τη σημερινή της μορφή σε εθνικό επίπεδο, ενώ χτίστηκαν εντυπωσιακά γήπεδα φασιστικού στυλ και σύλλογοι όπως η Τζένοα, η Μίλαν και η Ίντερ αναγκάστηκαν να «ιταλοποιήσουν» τα ονόματά τους. Παράλληλα είχαν δικαίωμα συμμετοχής μάξιμουμ δύο ξένοι σε κάθε ομάδα.

Πρωταρχικό μέλημα του Μουσολίνι ήταν η εθνική ομάδα. Άλλωστε οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις έγιναν σε μεγάλο βαθμό με στόχο να εξυπηρετήσουν αυτόν τον σκοπό: χάρη στη δημιουργική δομή που ευνοούσε την ανάπτυξη των Ιταλών ποδοσφαιριστών, ο «Ντούτσε» ήλπιζε ότι οι «Ατζούρι» θα έφταναν στο σημείο να διεκδικήσουν τίτλους στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά και το «εκκολαπτόμενο» τότε Μουντιάλ,

Γνώριζε ουσιαστικά, πως οποιαδήποτε επιτυχία στην παγκόσμια σκηνή θα οδηγούσε στην προβολή μιας εικόνας της Ιταλίας ως σημαντικής και ισχυρής δύναμης. Θα υπήρχαν εσωτερικά οφέλη από τον διεθνή θρίαμβο. Εάν οι Ιταλοί ενώνονταν πίσω από την τρίχρωμη σημαία τους στο όνομα του ποδοσφαίρου, ήταν επίσης πιθανό να το έκαναν και αλλού. Ο Μουσολίνι γνώριζε ότι τα αθλητικά επιτεύγματα πιθανότατα θα αφύπνιζαν ένα νέο πατριωτικό πνεύμα, δημιουργώντας μια γενικότερη κολεκτιβιστική και εθνικιστική νοοτροπία μεταξύ των πολιτών της χώρας.

Εθνικιστική αφύπνιση... μέσω Μουντιάλ!

Το αίτημα της Ιταλίας να φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική. Ο Μουσολίνι παρασύρθηκε από την αίσθηση υπερηφάνειας και κύρους που θα έφερνε η διοργάνωση του δεύτερου Μουντιάλ (1934), με τη φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας να θέλει να χρησιμοποιήσει την δύναμη του ποδοσφαίρου για τον εξωραϊσμό του καθεστώτος της.

Για παράδειγμα, τα νέα στάδια της χώρας υποτίθεται πως φανέρωσαν τη «βιομηχανική δύναμη της φασιστικής Ιταλίας» και χρησίμευσαν ως απόδειξη της ταχείας οικονομικής προόδου που είχε σημειωθεί υπό την κυριαρχία του Μουσολίνι. Για άλλη μια φορά, το ποδόσφαιρο αναγνωρίστηκε ως το βέλτιστο όργανο για την προβολή του αυξανόμενου πλούτου και της προόδου της Ιταλίας στον κόσμο.

Όπως πολλοί δικτάτορες, ο Μουσολίνι ήταν φανατικός με τη μικροδιαχείριση, μια εμμονή που δεν ταιριάζει φυσικά με τον αθλητισμό. Πράγματι, ενώ μπορούν να καταρτιστούν εκτεταμένα σχέδια και να χειραγωγηθούν οι συνθήκες για να δοθεί η μεγαλύτερη πιθανότητα θριάμβου, τα γεγονότα στο γήπεδο παραμένουν απρόβλεπτα, γεγονός που προκάλεσε μια οξεία αίσθηση ευθραστότητας στον Ιταλό δικτάτορα.

Η Ιταλία διέθετε μια ταλαντούχα ομάδα με προικισμένους παίκτες, όπως οι Τζουζέπε Μεάτσα, ο Λουίς Μόντι και ο Ραϊμούντο Όρσι, αλλά ο Μουσολίνι ήθελε να ελέγχει τα πάντα.

Πολλοί υποστήριξαν πως ο Ιβάν Έκλιντ, ο διαιτητής που ορίστηκε να «σφυρίξει» τον ημιτελικό των Ιταλών με την Αυστρία στο Μουντιάλ του 1934, προσκλήθηκε σε δείπνο από τον Μουσολίνι την παραμονή του αγώνα.

Υπήρξαν πολλές διαφωνίες και στον προημιτελικό με την Ισπανία, όταν το σκληρό παιχνίδι της Ιταλίας είχε ως συνέπεια τρεις διεθνείς Ισπανοί να αποχωρήσουν τραυματίες.

Η δύσκολη νίκη στον τελικό του Μουντιάλ με 2-1 επί της Τσεχοσλοβακίας δεν ήταν αρκετή για να περιορίσει τους αμφισβητίες για τις ικανότητες της «Σκουάντρα Ατζούρα».

Ως ένα βαθμό, ο Μουσολίνι έδειχνε να μένει ασυγκίνητος από την κριτική που του ασκήθηκε στο εξωτερικό, όπως αποδεικνύεται από την προκλητικά εθνικιστική επίδειξη στην τελετή λήξης και την παρουσία του Coppa del Duce, ενός επιπλέον τροπαίου που απονεμήθηκε στους νικητές Ιταλούς παίκτες και ήταν τουλάχιστον έξι φορές πιο μεγάλο σε σχέση με το τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ».

Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, ο Μουσολίνι απογοητεύτηκε με την αντίληψη ότι η Ιταλία ήταν παγκόσμια πρωταθλήτρια, μόνο λόγω διαφθοράς και δωροδοκίας και, παρόλο που ένα τέτοιο συναίσθημα εξαλείφθηκε εν μέρει με την επικράτηση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936, γνώριζε ότι η διατήρηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1938 ήταν θέμα υψίστης σημασίας.

Η άφιξη των Ιταλών στη Γαλλία για τον διοργάνωση, ωστόσο, δεν ήταν η ιδανική. Η υποστήριξη του Μουσολίνι στον Φράνκο στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο είχε εξοργίσει πολλούς από τους ντόπιους, οι οποίοι οργάνωσαν αντιφασιστικές διαδηλώσεις έξω από στάδια και τα κέντρα των πόλεων.

Η απάντηση του «Ντούτσε» ήταν συνήθως συγκρουσιακή. Αρχικά διέταξε την ομάδα να φορέσει ολόμαυρες ρίγες , οι οποίες ήταν επίσης ζωγραφισμένες με το σύμβολο Fascio Littorio.

Η Ιταλία πήρε τον δεύτερο συνεχόμενο παγκόσμιο τίτλο της με εντυπωσιακές νίκες επί της Νορβηγίας, της Γαλλίας, της Βραζιλίας και της Ουγγαρίας.

Ενίσχυση από την διασπορά

Σημαντικό μέρος της επιτυχίας του έθνους ήταν η παρουσία στην ομάδα του oriundi, της ιταλικής λέξης που δίνεται σε μετανάστες με ιταλική καταγωγή.

Φαντάζει ίσως αντιφατικό ότι παίκτες γεννημένοι στην Αργεντινή, όπως οι Μόντι, Όρσι, Γκουαΐτα ήταν αναντικατάστατοι σε μια ομάδα που είχε στόχο να προωθήσει την ιδέα της μεγάλης Ιταλίας, αλλά η παρουσία τους στην πραγματικότητα ταίριαζε με το φασιστικό ιδεώδες μιας επεκτατικής, αποικιακής Ιταλίας που ασφαλώς περιλάμβανε μια ακμάζουσα διασπορά.

Ωστόσο, υπήρξαν ορισμένες αναφορές ότι οι «νατουραλιζέ» ποδοσφαιριστές υπέστησαν διακρίσεις από τον Μουσολίνι. Όπως σημειώνεται χρησιμοποιήθηκαν από ανάγκη για να εξασφαλίσουν τη νίκη των Ιταλών και στη συνέχεια αρνήθηκαν, για παράδειγμα, τα ειδικά αναμνηστικά μετάλλια που δόθηκαν σε ντόπιους το 1934.

Ο Πότσο ήταν ένας προπονητής που υπογράμμιζε τη σημασία της προσπάθειας, της θυσίας και της ενότητας.

Στο «Inverting the Pyramid», ο Τζόναθαν Γουίλσον γράφει ότι, αν και η ίδια η πολιτική του Πότσο ήταν ασαφής, «εκμεταλλεύτηκε πλήρως τον κυρίαρχο φασιστικό μιλιταρισμό για να επιβληθεί και να παρακινήσει την ομάδα του».

Ο Μπράιαν Γκλάνβιλ, ο θρυλικός συγγραφέας ποδοσφαίρου, εν τω μεταξύ, σημείωσε ότι η Ιταλία δεν ήταν τόσο τεχνική όσο η Εθνική Ουγγαρίας και η Εθνική Αυστρίας, αλλά το αντιστάθμισε μέσω της φυσικής κατάστασης και της αρτιότερης προετοιμασίας».

Τακτικά, η Ιταλία ήταν μια καλά σχεδιασμένη ομάδα που εστίαζε στη μαχητικότητα και την αμυντική της συμπεριφορά. Η αμυντική στιβαρότητα εκτιμήθηκε πάνω από όλα. Ο Μάριο Ζάπα της Gazzetta Dello Sport περιέγραψε ως το μεγαλύτερο ατού της Ιταλίας το 1938 ως «την ικανότητά της να επιτίθεται με τον λιγότερο δυνατό αριθμό παικτών».

Είναι δύσκολο να πει κανείς με βεβαιότητα εάν η Ιταλία θα είχε ή όχι την ίδια επιτυχία στο γήπεδο σε περίπτωση που ο Μουσολίνι δεν είχε έρθει στην εξουσία το 1926.

Άλλωστε, ο Ιταλός δικτάτορας δεν ήταν εκείνος που καθιέρωσε το ποδόσφαιρο στη χώρα. Η δημοτικότητα του αθλήματος είχε αυξηθεί πολύ πριν από τον βασιλιά Εμμανουήλ Γ' , ωστόσο η πιο επαγγελματική οργάνωση του πρωταθλήματος σίγουρα βοήθησε τους ποδοσφαιριστές να βελτιωθούν.

Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ωστόσο, είναι η πολιτική σημασία του ποδοσφαίρου για τον Μουσολίνι. Οι νίκες το 1934, το 1936 και το 1938 οδήγησαν στη συσπείρωση του ιταλικού λαού πίσω από μια ενιαία, εθνική υπόθεση. Ο Μουσολίνι είχε πετύχει τον σκοπό του.
Ακόμη και ένας δικτάτορας που ήλεγχε την οικονομία, τις δημόσιες υπηρεσίες, την αστυνομία και τον στρατό ενός έθνους χωρίς εμπόδια, χρειαζόταν το ποδόσφαιρο για να προωθήσει τις προσωπικές και πολιτικές του ματαιοδοξίες. Ένα πραγματικά συναρπαστικό φαινόμενο, τρανή απόδειξη της σπουδαίας δύναμης του αθλήματος.

 

Τζόρτζια Μελόνι: Η πρώην οπαδός της Λάτσιο που έγινε... Ρόμα!
 

«Είμαι η Τζόρτζια, είμαι γυναίκα, είμαι μητέρα, είμαι Ιταλίδα, είμαι Χριστιανή, κανείς δεν θα μου το πάρει αυτό». Το Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019, έμεινε στην ιταλική ιστορία. Στη Ρώμη, η Λάτσιο αναδείχθηκε 3-3 με την Αταλάντα σε ένα ματς όπου βρέθηκε να χάνει με 0-3.

Την ίδια στιγμή η ηγέτιδα του ακροδεξιού κόμματος των «Αδελφών Ιταλίας» πραγματοποιούσε μια «πύρινη» ομιλία, ως προπομπό της υψηλής δημοτικότητας που θα την οδηγούσε τρία χρόνια αργότερα στην εξουσία.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο πρόεδρος της Λάτσιο, Κλαούντιο Λοτίτο, εξελέγη γερουσιαστής από την περιφέρεια Μολίζε, συγκεντρώνοντας με 43% των ψήφων με το «Forza Italia», του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ιδιοκτήτη της Μόντσα, ομάδας που προβιβάστηκε πρόσφατα στη Serie A, και ο οποίος επίσης εξασφάλισε έδρα στην Γερουσία. Ο Λοτίτο είχε προσπαθήσει να εκλεγεί -χωρίς επιτυχία- και στις εκλογές του 2018.

Ανασύροντας διαδικτυακά blogs από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000, η πιο ακροδεξιά πρωθυπουργός της Ιταλίας μετά τον Μουσολίνι, όπως χαρακτηρίζεται, με το ψευδώνυμο Khy-ri, δημοσιοποιεί την αγάπη της για τη Λάτσιο, γράφοντας με κεφαλαία γράμματα: "SEMPRE FORZA LAZIO" .

Όταν ένας blogger ονόματι Μάουρι ισχυρίζεται ότι: «από τις ιταλικές ομάδες που συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις, μόνο η Ρόμα μπορεί να χάσει και δεν είναι στο ίδιο επίπεδο», η νεαρή Τζόρτζια Μελόνια απαντά: «Συμφωνώ απολύτως μαζί σου, σε όλα τα επίπεδα. Μόνο η Ρόμα μπορεί να χάσει».

Το παράδειγμα του Τότι

Η Ιταλίδα πολιτικός ιδεολογικά θα μπορούσε να βρίσκεται πιο κοντά στον Πάολο Ντι Κάνιο σε σχέση με τον Φρανσέσκο Τότι.

Με το πέρασμα των χρόνων, ο Μελόνι φέρεται να απαρνήθηκε την αγάπη της για την Λάτσιο, προσφεύγοντας στο αντίπαλο στρατόπεδο στην «Αιώνια Πόλη», την Ρόμα.

Το 2015, μέσω μιας ανάρτησης στο Facebook, αντέδρασε σε άρθρο της εφημερίδας Le Monde για τη φανέλα της Λάτσιο που απηχούσε το γερμανικό Τρίτο Ράιχ:

«Το ότι είμαι οπαδός της Ρόμα είναι γνωστό. Η αφοσίωση μου στην ομάδα δεν μου επιτρέπει να φορέσω τη φανέλα της Λάτσιο. Από αλληλεγγύη, θα δώσω όμως αυτή τη φανέλα της Λάτσιο στη μητέρα μου, η οποία υποστηρίζει την ομάδα». Για το Γ΄ Ράιχ ασφαλώς και δεν έγινε καμία αναφορά...

Το 2017 ως υπουργός Νεολαίας στην κυβέρνηση Σαλβίνι, απένειμε το τρόπαιο του νικητή στην ομάδα 5Χ5 της Λάτσιο τονίζοντας: «Είστε η μόνη ομάδα της Λάτσιο που μπορώ να υποστηρίξω».

Η Μελόνι έχει κατανοήσει προ πολλού, την σημασία του ποδοσφαίρου στην ιταλική κοινωνία. «Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, εκτός από ένα είδος φυσικού αντικαταθλιπτικού, είναι ένας οικονομικός τομέας που δημιουργεί πλούτο και διανέμει πόρους σε άλλα αθλήματα και στον μαζικό αθλητισμό», δήλωσε στην Corriere dello Sport τον Μάιο του 2020. «Θα καθιερώσουμε υποτροφίες για τους αθλητές της χώρας μας. Πόσους, Τότι χάσαμε εξαιτίας αυτών των αποκλίσεων»;

Ιταλία όπως Ισλανδία!

Η ακροδεξιά Ιταλίδα πρωθυπουργός είχε κάνει αναφορά στο παράδειγμα της Ισλανδίας.

«Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι η Ισλανδία ήταν, τη δεκαετία του 1990, το ευρωπαϊκό έθνος με το υψηλότερο ποσοστό κατανάλωσης ναρκωτικών, αλκοόλ και καπνού μεταξύ των νέων. Σε λίγα χρόνια, αυτό το έθνος κατάφερε να αναστρέψει την τάση. 

Πώς; Απλώς αποφάσισαν να επενδύσουν στη νεολαία, καθιερώνοντας ένα είδος «δικαιώματος στον αθλητισμό». Έτσι, η Ισλανδία κατάφερε να εκπαιδεύσει αρκετές γενιές υγιών και επιτυχημένων αθλητών».

Με το πρόγραμμά της “ Il Diritto allo Sport» (το δικαίωμα στον αθλητισμό) εμπνευσμένη από το παράδειγμα της Ισλανδίας, η Μελόνι υποστηρίζει ότι η επένδυση στη νεολαία «σημαίνει επένδυση στο μέλλον, καλλιέργεια ταλέντου και μάχη ενάντια στα ναρκωτικά και την παρέκκλιση και έτσι να προκύψει μια νέα γενιά Ιταλών γεμάτη αξίες που μπορεί μεταδώσει ο αθλητισμός».

Η Μελόνι μεταξύ άλλων βράβευσε τον Ρομπέρτο Μαντσίνι για την επιτυχία της Ιταλίας στο περυσινό Euro. Ο έμπειρος τεχνικός έδειχνε αμήχανος ωστόσο δέχθηκε να παραλάβει το βραβείο του.

Ο Ιταλός συγγραφέας, Πίπο Ρούσο εκτιμά πως η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνια δεν θα παρέμβει στο ποδόσφαιρο.

«Πραγματικά δεν νομίζω ότι η Μελόνι θα παρέμβει στο ποδόσφαιρο. Η σχέση μεταξύ ποδοσφαίρου και πολιτικής στην Ιταλία είναι σχέση αμοιβαίου οπορτουνισμού. Κανένας πολιτικός αρχηγός δεν τολμά να αγγίξει τα συμφέροντα του ποδοσφαίρου».

 

 

 

 

Από τον Μουσολίνι στη Μελόνι: Ο ρόλος του ποδοσφαίρου στη λαϊκή χειραγώγηση και οι δηλώσεις!
EVENTS