Close

Το... πράσινο μίλι του Ιωάννη Παπαπέτρου

Τελευταία ανανέωση: 9 Νοεμβρίου 2018, 20:06

Πριν από εκείνον, περπάτησαν και άλλοι. Τίποτα, όμως, δεν μπορεί να σε προετοιμάσει για μια τέτοια εμπειρία. Απόψε, ο Ιωάννης Παπαπέτρου ζει το δικό του μίλι, του... καταδικασμένου να πρωταγωνιστήσει!

Μπορούσε να τους βλέπει, αλλά όχι να τους μιλήσει. Ήξερε ότι τον παρακολουθούν, ότι κοιτάζουν κάθε του κίνηση, παρατηρούν κάθε αντίδραση του προσώπου του, περιμένουν να τον δουν στις τελευταίες στιγμές. Ήθελε να τους μιλήσει, αλλά ήταν αδύνατον. Ήθελε να σηκώσει τα χέρια του, όμως τα ένιωθε δεμένα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να προκαλεί επαφή με τα μάτια του. Στη μία πλευρά εκείνου που του έμοιαζε ως ένα γυάλινο κουτί, υπήρχαν στοργικά βλέμματα. Μάτια γεμάτα πάθος, τα οποία ήθελαν να του μεταδώσουν την τρέλα και την πώρωση, να τον γεμίσουν με πίστη λίγο πριν ακουστεί η σειρήνα. Στην άλλη πλευρά, υπήρχε ένταση. Κάποιοι έμοιαζαν δακρυσμένοι, άλλοι τον κοιτούσαν με μίσος, ζητούσαν εκδίκηση. Ένιωθε ότι ανάμεσα στα πολλά έβλεπε κάποια φιλικά πρόσωπα, ωστόσο το γυαλί έκανε αντανάκλαση και δεν ήταν σίγουρος. Ήταν, σίγουρα, ζαλισμένος. Λιποθύμησε!

Μερικές ώρες νωρίτερα…

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Οι γκρίζοι τοίχοι δεν τού ήταν μια άγνωστη πραγματικότητα. Έτσι ξυπνούσε κάθε πρωί, έτσι κοιμόταν κάθε βράδυ. Στην κουκέτα, η οποία υποδεχόταν κάθε νύχτα το κορμί του, είχε καιρό που χάραζε με ένα αυτοσχέδιο, μικρό μαχαίρι κάθετες γραμμές. Το προηγούμενο βράδυ ήταν η τελευταία. Η 122η γραμμή. Στις 10 Ιουλίου είχε μάθε την ημερομηνία που έπρεπε να περπατήσει το δικό του μίλι. Πράσινο για κάποιους, κόκκινο για άλλους, το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε ήταν το χρώμα που θα είχε η διαδρομή. Γνώριζε ότι είχε ξυπνήσει στη δυσκολότερη μέρα που είχε ζήσει ως τότε.

Όλοι έμοιαζαν πιο ευγενικοί μαζί του. Πιο γλυκοί και λιγότερο αυταρχικοί. Μπορούσαν να καταλάβουν την ψυχολογία του. Τον άφησαν να πάει μια βόλτα για να χαλαρώσει, του μιλούσαν λιγότερο από συνήθως, δεν τον πίεζαν με ασήμαντες πληροφορίες, δεν του γέμιζαν το μυαλό με ιστορίες που σε λίγες ώρες θα του ήταν άχρηστες. Σύντομα ήρθε το γεύμα της επιλογής του. Τον συντάραξε, τον συγκίνησε και ταυτόχρονα – άγνωστο γιατί – τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Το μόνο που ήθελε ήταν να περάσουν οι ώρες. Λίγη ώρα μετά κι ενώ ξαπλωμένος για τελευταία φορά στην κουκέτα του μετρούσε τις χαρακιές ελπίζοντας να έχει γίνει λάθος, ήρθε ο φύλακας. Του ζήτησε συγγνώμη για την τήρηση του πρωτοκόλλου και του πέρασε τις αλυσίδες.

Εκείνη τη στιγμή ήταν με κάθε επισημότητα ο κατά μετάφραση «νεκρός άνδρας που περπατάει». Γιατί, όμως, ένιωθε κάθε άλλο παρά νεκρός; Γιατί, ξαφνικά, υπήρξε μια υπερδιέγερση των αισθήσεών του; Γιατί τρυπούσε τον εγκέφαλό του κάθε δυνατή μυρωδιά και γιατί εμβόλιζε την ακοή του κάθε ήχος; Σε κάθε του βήμα μια φωνή. Ένα σύνθημα από το παρελθόν, μια εικόνα από το μέλλον, οι συμβουλές των φίλων του, οι ενστάσεις των εχθρών του, βοή, βοή, βοή… Οι τοίχοι έμοιαζαν να έχουν ζωντανέψει. Ο Βασίλης Σπανούλης, ο Ματ Λοτζέσκι, ο Δημήτρης Παπανικολάου, ο Πάτρικ Φέμερλινγκ, ο Ίαν Βουγιούκας, ο Λουκάς Μαυροκεφαλίδης, ο Αντρίγια Ζίζιτς, μέχρι - κι εκεί ήταν που πίστευε ότι το μυαλό του είχε φύγει τελείως - ο Ζάρκο Πάσπαλιε.  

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Όλοι τους πέρασαν από τον ίδιο διάδρομο, όλοι τους περπάτησαν τα ίδια βήματα. Μόνο που οι τοίχοι, κιτρινισμένοι και βρώμικοι στο πέρασμα των χρόνων, δεν ούρλιαζαν το ίδιο σε κάθε έναν από εκείνους. Δε τους βασάνιζαν, όπως τώρα βασάνιζαν εκείνον. Έβλεπε τον εαυτό του να σκοράρει, να πανηγυρίζει, να διαμαρτύρεται, να τσακώνεται, να συμπαραστέκεται, να πέφτει, να σηκώνεται, να ματώνει, να πονάει, να αντέχει και στην τελευταία εικόνα ένιωσε το κρανίο του να συνθλίβεται και το κορμί του να ανατριχιάζει  ̇ είδε τη φανέλα του σκίζεται.

Άνοιξε απότομα τα μάτια του. Τα γούρλωσε!

Ξύπνα, φτάσαμε!

Το άγχος τον είχε λυγίσει. Δεν έχασε τις αισθήσεις του για περισσότερα από πέντε λεπτά και επανερχόμενος στο τώρα, δεν μπορούσε να καταλάβει αν όλα τα προηγούμενα ήταν όνειρο ή ανάμνηση. Ο κόσμος απέναντί του είχε αυξηθεί. Περισσότερο πάθος από τη μία, περισσότερο μίσος από την άλλη. Ακόμα δυσκολευόταν να καταλάβει. Τα πρόσωπα, εντέλει, δεν του φαίνονταν οικεία. Ήταν οικεία. Ο ήλιος είχε πέσει, αντανάκλαση στο τζάμι δεν υπήρχε πια και μπορούσε να τα διακρίνει ξεκάθαρα. Ήταν, άραγε, όντως, εκεί ή ήταν και εκείνοι δημιούργημα της φαντασίας του;

Τη μια στιγμή έβλεπε τον Γιώργο Πρίντεζη και το επόμενο δευτερόλεπτο χανόταν. Ήταν ο Νίκος Παππάς στη θέση του. Εκεί που συζητούσε με τον Βασίλη Σπανούλη δίπλα του, εξαφανιζόταν. Ερχόταν ο Νικ Καλάθης. Έκανε πλάκες με το φιλαράκι του, τον Δημήτρη Παπανικολάου και εν ριπή οφθαλμού τον έχανε. Αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία ο Ιωάννης Παπαπέτρου ήταν έτοιμος να αφεθεί. Η προσπάθεια να αντιληφθεί τι συμβαίνει τον είχε εξαντλήσει περισσότερο και από την ίδια τη θέση του σώματός του. Θα βυθιζόταν σε λήθαργο, αν δεν υπήρχε εκείνος ο ήχος να τον συνταράξει.

Είχε φτάσει η ώρα. Η κόρνα της γραμματείας ήχησε και ο Ιωάννης θα πρέπει να περπατήσει από τα αποδυτήρια προς τον αγωνιστικό χώρο. Είναι ο άνθρωπος που όλοι θα κοιτάζουν απόψε. Είναι καταδικασμένος εκ των προτέρων. Κάποιοι θα τον μισούν, άλλοι θα τον λατρεύουν. Ακραία συναισθήματα διάρκειας τριών ωρών! Ακόμα κι αν θέλει δεν μπορεί να τους μιλήσει, δεν μπορεί να εκφραστεί, δεν μπορεί να αφήσει τον εαυτό του να νιώσει. Είναι μέσα σε ένα γυάλινο κουτί, περιμένοντας την… εκτέλεσή του. Κι αυτή η εκτέλεση μπορεί να είναι η απελευθέρωση.

122 μέρες μετά θα απελευθερωθεί από τη φυλακή του μυαλού του. 122 μέρες μετά την 10η Ιουλίου, όταν ανακοινώθηκε η υπογραφή του στον Παναθηναϊκό, έρχεται αντιμέτωπος με την καταδίκη του. Έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του.

Διαβαστε επισης

Close
Το... πράσινο μίλι του Ιωάννη Παπαπέτρου
Χρόνος ανάγνωσης: 4’