Close

Σιένα: Το γαλατικό χωριό του μπάσκετ που κάηκε, αλλά ζει ακόμα

Χρόνος ανάγνωσης: 22’

Από την ελίτ του ευρωπαϊκού μπάσκετ στην κατάρρευση και την προσπάθεια ανασύστασης. Σχεδόν δύο χρόνια μετά τον αφανισμό της Σιένα, το SDNA φέρνει στη μνήμη εικόνες και στιγμές από μία ομάδα που κατέληξε από το... πουθενά να θεωρείται παραδοσιακή δύναμη του μπάσκετ.

Τα ντεσιμπέλ τρυπούν αυτιά. Στο παρκέ, 12 παίκτες έτοιμοι να «πνίξουν» όποιον βρεθεί απέναντί τους και στις εξέδρες 5.000 άνθρωποι που ζουν για την ομάδα. Χοροπηδούν, φωνάζουν, καμιά φορά ξεφεύγουν, μα είναι πάντα απρόθυμοι να αφήσουν οποιονδήποτε να φύγει από εκεί, αν δεν περάσει ένα... κολασμένο βράδυ. Μία συνηθισμένη βραδιά στην «PalaEstra», το σπίτι μίας από τις πιο αυθεντικές, πιο σκληρές, πιο αφιλόξενες ομάδες στην ιστορία της Euroleague: Σιένα. Το μοτίβο πήγαινε κάπως έτσι, για κάτι λιγότερο από μία 15ετια. Από το 2000 μέχρι το 2014, η Σιένα έγινε σταδιακά μητρόπολη του ιταλικού μπάσκετ και «τόπος μαρτυρίων» ακόμη και για μεγαθήρια του ευρωπαϊκού μπάσκετ. 

Η ιστορία μπαίνει σε fast forward, φτάνουμε στο βράδυ της 25ης Ιουνίου του 2014. Ημερομηνία-ορόσημο, καταληκτική ημερομηνία για ένα παραμύθι 14 ετών με άσχημο φινάλε. Η Σιένα γνώριζε τη μοίρα της, η οικονομική κατάρρευση επρόκειτο να οδηγήσει τον σύλλογο στην αφάνεια και ο έκτος τελικός του πρωταθλήματος απέναντι στην Αρμάνι Μιλάνο ολοκληρώνεται με νικητές τους φιλοξενούμενους και μια εικόνα, μία ατμόσφαιρα εκ διαμέτρου αντίθετη από την συνηθισμένη της «PalaEstra». Μία σιωπή τόσο έντονη που σχεδόν μπορείς να την ακούσεις, κατεβασμένα κεφάλια και η τραγική συνειδητοποίηση πως αυτή ήταν η τελευταία παράσταση μίας σπουδαίας ομάδας μπροστά σε ένα παθιασμένο κοινό. 

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Πώς, όμως, έφτασε η Σιένα στην καταστροφή; Πού βρίσκεται τώρα; Πώς σταδιακά γιγαντώθηκε; Ποιες ήταν οι καλύτερες στιγμές γι' αυτούς τους... Γαλάτες του ιταλικού μπάσκετ; Αξιζε η Σιένα την κατάκτηση της Euroleague; Ερωτήματα. Κάποια δύσκολο να απαντηθούν, άλλα αρκετά... λεπτά κι άλλα με γνωστές απαντήσεις που αξίζουν όμως να διατυπωθούν ξανά. Το sdna.gr συνομιλεί με ανθρώπους που βρέθηκαν στην πόλη που έγινε πρωτεύουσα του ιταλικού μπάσκετ, μαθαίνει πράγματα για το τέλος, ψάχνει τι θα συμβεί στο μέλλον και, με τη βοήθεια των πρωταγωνιστών, «ξυπνά» μνήμες, ξαναζωντανεύει εικόνες χαρακτηριστικές από την πορεία της Σιένα σχεδόν δύο χρόνια έπειτα από τη στιγμή της ύστατης παράστασης. 

Το... μιλένιουμ ανέδειξε τους Γαλάτες του ιταλικού μπάσκετ

Πριν φτάσουμε στα χρόνια της δόξας και ακολουθήσει τελικά το φάντασμα της κατάρρευσης και της ολοκληρωτικής διάλυσης, η Σιένα δεν ήταν brand name στον χώρο του μπάσκετ, οι ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις δεν είχαν μία θέση γι' αυτην και στο ιταλικό πρωτάθλημα βρισκόταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ο τρόπος, με τον οποίο ξαφνικά η Σιένα απέκτησε δυναμική και ένα, επί της ουσίας, χωριουδάκι 50.000 κατοίκων μετατράπηκε σε μητρόπολη του ιταλικού μπάσκετ μοιάζει μαγικός, αλλά οι βάσεις υπήρχαν. 

«Η αλήθεια είναι πως ο κόσμος που ζει στην περιοχή ήταν πάντα τρελός με το μπάσκετ, υπήρχε μία παράδοση σε αυτό. Οπότε στους περισσότερους δεν προκάλεσε έκπληξη το γεγονός πως μόλις αναδείχθηκε μία πραγματικά σπουδαία ομάδα στην πόλη, η Σιένα μετατράπηκε σε μητρόπολη του ιταλικού μπάσκετ. 

Πριν την εποχή της Μοντεπάσκι και την είσοδο της τράπεζας ως βασική πηγή χρηματοδότησης, η Σιένα ήταν μία μέτρια ομάδα που φλέρταρε μεταξύ υποβιβασμού και, ας πούμε, 10ης θέσης. Οπότε υπήρχε κάτι σαν απωθημένο στον κόσμο που εκπληρώθηκε μετά τις πρώτες επιτυχίες. Μια πόλη 50.000 ανθρώπων έγινε για μερικά χρόνια πρωτεύουσα του μπάσκετ, παρέα με πόλεις όπως η Αθήνα, η Μαδρίτη και άλλες» διηγείται στο sdna.gr ο δημοσιογράφος της «Gazzetta Dello Sport», Τζουσέπε Νίγκρο, που έζησε τα πάντα στο πλευρό της ομάδας ως ανταποκριτής της εφημερίδας στην Τοσκάνη. 

 
A Tribute to Us, and to our Dreams...Δημοσιεύτηκε από Michele Catalani στις Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

«Η τράπεζα χρηματοδότησε για πρώτη φορά, απευθείας και άμεσα, την ομάδα το 2000. Ωστόσο, η σχέση δεν ξεκίνησε τότε, καθώς και τα προηγούμενα χρόνια χρησιμοποιούνταν ορισμένες θυγατρικές ή συνεργαζόμενες εταιρίες ως βασικοί χρηματοδότες του συλλόγου».

Το απωθημένο λοιπόν εκπληρώθηκε με την τράπεζα Montepaschi να δείχνει από νωρίς τις προθέσεις της να επενδύσει πακτωλό χρημάτων στην ομάδα και τον διοικητικό ηγέτη, Φερντινάντο Μινούτσι, να βλέπει στη Σιένα ένα τεράστιο project με ένα πολύ δυναμικό κοινό από πίσω της. 

Ο Μάρκο Καραρέτο, μέλος της ομάδας για οκτώ χρόνια (2006-2013) και αρχηγός στο τελευταίο πρωτάθλημα, μεγάλωσε λατρεύοντας το μπάσκετ, αλλά δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι αυτή η αγάπη του θα τον οδηγήσει και θα τον κάνει πρωταθλητή σε μία ομάδα που, ως παιδί, περνούσε απαρατήρητη για εκείνον και όλα τα μικρά παιδιά που ήθελα να ασχοληθούν με το άθλημα.

«Μεγαλώνοντας στην Ιταλία, με μία μεγάλη τρέλα για το μπάσκετ, ήταν αδύνατο να φανταστώ αυτό που θα γινόταν με τη Σιένα μετά το 2000. Ολα τα παιδιά της ηλικίας μου ονειρεύονταν να παίξουν στη Μιλάνο ή στην Μπολόνια μεγαλώνοντας. Κι όμως, η Σιένα έγινε πρωτεύουσα το μπάσκετ και τα παιδιά που γεννήθηκαν στη δεκαετία του '90 ονειρεύονταν ένα ταξίδι με αυτήν».

Οικονομικές ατασθαλίες, διεξαγωγή έρευνας και η Σιένα στο... σκοτάδι

Σιένα: Το γαλατικό χωριό του μπάσκετ που κάηκε, αλλά ζει ακόμα

Το 2000 υπήρξε το ένα άκρο, η ονειρική έναρξη, το γεμάτο φιλοδοξίες... σαλπάρισμα σε ένα παραμύθι και το 2014 υπήρξε η καταληκτική χρονιά σε αυτό με το σκοτάδι να καλύπτει ολόκληρη την Τοσκάνη, τον Φερντινάντο Μινούτσι να αποδοκιμάζεται από εκείνους που τον αποθέωναν και τη Σιένα να αφανίζεται. 

Στην Ιταλία, δεν θεωρείται σπάνιο φαινόμενο η υπογραφή συμβολαίου με παίκτες, στο οποίο αναγράφεται μικρότερο ποσό από αυτό που στην πραγματικότητα λαμβάνει ο αθλητής, προκειμένου η ομάδα να αποφύγει την υψηλή φορολογία σε μεγάλα συμβόλαια. 

Ωστόσο, στη Σιένα η κατάσταση έμοιαζε να ξεφεύγει με αυτό να συμβαίνει με πολλούς πρωτοκλασάτους παίκτες, όπως αναφέρει στο sdna.gr ο Τζουσέπε Νίγκρο. 

«Πράγματι, αυτή η κατάσταση υπήρχε και διαιωνιζόταν. Τα χρήματα που αναφέρονταν στα συμβόλαια αρκετών παικτών ήταν λιγότερα από όσα στην πραγματικότητα εισέπρατταν. Δυστυχώς, αν και παράνομο, αυτό είναι κάτι που θεωρείται φυσιολογικό εδώ και στη Σιένα γινόταν σε πολλές περιπτώσεις, καθώς η φορολογία για τα μεγάλα συμβόλαια είναι... τσουχτερή»

Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει πως οι παίκτες δεν έπαιρναν τα χρήματα που είχαν συμφωνηθεί -έστω και... κάτω από το τραπέζι- στην ώρα τους. Το πρόβλημα ήταν άλλο και θύμιζε σε ένα βαθμό εκβιασμό:

«Σε γενικές γραμμές, οι πληρωμές μέσα στη σεζόν ήταν ακριβείς και στην ώρα τους. Ωστόσο, υπάρχουν δύο σημεία στα οποία μπορούμε να σταθούμε: την τελευταία χρονιά, δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία, καθώς η ομάδα κήρυξε πτώχευση και διαλύθηκε. Το δεύτερο και πιο σημαντικό σημείο αφορά στο τί γινόταν με τους παίκτες των οποίων το συμβόλαιο έληγε. Πολλοί υποστήριξαν πως υπήρχε ένας είδος εκβιασμού: "ή μένεις και παίρνεις ο, τι έχουμε συμφωνήσει ή φεύγεις και τα τελευταία χρήματα που είναι να λάβεις θα καθυστερήσουν"». 

Οι πρώτες υποψίες πως το τέλος πλησιάζει άρχισαν να υφίστανται στο μυαλό όσων γνώριζαν πράγματα και καταστάσεις, τον Δεκέμβριο του 2012.

«Το ΣΔΟΕ μπήκε αιφνιδιαστικά στα γραφεία του συλλόγου και στα σπίτια ορισμένων μεγάλων "κεφαλιών" με στόχο να δει πώς λειτουργεί το σύστημα. Επομένως, η έρευνα είχε ξεκινήσει αρκετά πιο πριν. Η επόμενη επίσημη εξέλιξη ήρθε 1,5 χρόνο μετά με την σύλληψη του Μινούτσι και άλλων τριών ανθρώπων με κεντρικό ρόλο» θυμάται ο Τζουσέπε Νίγκρο.  

«Στον Μινούτσι είχε επιβληθεί κατ' οίκον περιορισμός για μερικές εβδομάδες και, μετά τη λήξη αυτού, κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται. Κάποιοι υποθέτουν ότι βρίσκεται στο σπίτι του στη Σιένα, ενώ άλλοι λένε πως έχει αρχίσει ήδη κάτι νέο επιχειρηματικά στην βόρεια Ιταλία. Κανείς δεν ξέρει, αλλά περισσότερα για το μέλλον του θα μάθουμε μετά το δικαστήριο». 

Με τον Μινούτσι να «αγνοείται», ο συντάκτης της «Gazzetta Dello Sport» αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η σχετική έρευνα, αλλά και στο γεγονός πως τα οικονομικά προβλήματα στη Σιένα αποτέλεσαν επί της ουσίας απόρροια της μεγάλης ύφεσης που παρουσίαζαν οι οικονομικές δραστηριότητες του βασικού χορηγού της ομάδας, της τράπεζας Montepaschi, στην οποία ο Μινούτσι είχε σημαίνοντα ρόλο:

«Η σχετική έρευνα διενεργείται από τακτικούς δικαστές και όχι από τους αθλητικούς δικαστές. Ουσιαστικά, η έρευνα ξεκίνησε γενικά στην τράπεζα και όχι με στόχο να βρεθεί κάτι μεμπτό στην ομάδα. Οταν όμως έγιναν οι απαραίτητοι έλεγχοι, έγιναν όλα γνωστά. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν το μόνο πρόβλημα. Τα προβλήματα ξεκινούσαν από την ίδια την τράπεζα και την κακοδιαχείρισή της και περνούσαν, κατ' επέκταση, στην ομάδα που βρέθηκε στο στόχαστρο. Με την έρευνα όμως να βρίσκεται σε εξέλιξη και το δικαστήριο να εκκρεμεί, δεν μπορούμε να πούμε ή να καταγγείλουμε κάτι».

Στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πρώτης εφόδου του ΣΔΟΕ στα γραφεία της Σιένα και της οριστικής διάλυσης της ομάδας, είχε γίνει σαφές πως μέλλον δεν υπάρχει και μετά την ολοκλήρωση της σεζόν 2013/2014, η ομάδα θα αφανιζόταν. Τα συμβόλαια όλων των παικτών θα λύνονταν στις 30 Ιουνίου, η Σιένα θα ήταν «ξεκρέμαστη» και τα μεγαλεία για την «PalaEstra» θα ήταν παρελθόν. 

Από μεγάλος ευεργέτης και υπέυθυνος της εκτόξευσης του μπάσκετ στην Τοσκάνη, ο Μινούτσι έγινε αποδιοπομπαίος τράγος, αφού οι χειρισμοί του στέρησαν από τους κατοίκους της Σιένα όμορφες βραδιές με δράση στην «PalaEstra», τίτλους και στιγμές αποθέωσης. 

«Υπάρχει ένα μικρό γκρουπ οπαδών της ομάδας που υπερασπίζεται τον Μινούτσι με τη δικαιολογία πως χωρίς εκείνον δεν θα είχε συμβέι τίποτα θετικό για την ομάδα και πως η τράπεζα δεν θα είχε πειστεί να επενδύσει στον σύλλογο. Η πλειοψηφία του κόσμου, όμως, είναι εναντίον του και μένει να ξεκαθαρίσει το αν όλο αυτό το σύστημα δρούσε, ώστε να βγάζει χρήματα για τον εαυτό του ή για την ενίσχυση της ομάδας. Το κλίμα πάντως δεν είναι καλό για εκείνον». 

Tο όνειρο πριν από την καταστροφή

Οπως και αν κατέληξε η ιστορία της Σιένα, οι στιγμές δόξας στην Τοσκάνη από το 2000 μέχρι το 2014 δεν ξεγράφουν, ο κόσμος δεν τις ξεχνά και το ρομαντικό, πορτοκαλί ταξίδι ξεκινά με τον Εργκίν Αταμάν να οδηγεί την ομάδα στον πρώτο της ευρωπαϊκό τίτλο, το 2002.

Η τελευταία χρονιά ύπαρξης του Saporta Cup συμπίπτει χρονικά με την ανάδειξη της νέας δύναμης του ιταλικού μπάσκετ που κατακτά τον τίτλο απέναντι στην Βαλένθια. Η Σιένα κάνει για πρώτη φορά... θόρυβο και η πόρτα της Euroleague ανοίγει για πρώτη φορά για την ομάδα του Αταμάν το 2002. 

«Σιγά σιγά, η ομάδα είχε ξεκινήσει να μεγαλώνει, έχοντας κερδίσει το Saporta Cup το 2002 με τον κόουτς Αταμάν και την επόμενη σεζόν μπήκε για πρώτη φορά στην Εuroleague. Η Σιένα ήταν απόλυτα έτοιμη γι' αυτό το βήμα και το έδειχναν αυτό οι κινήσεις που έγιναν με παίκτες όπως ο Φορντ και ο Τουρκσάν, αφού το μπάτζετ ήταν πολύ μεγάλο» αναφέρει στο SDNA ο Ντούσαν Βούκσεβιτς που αγωνίστηκε στη Σιένα τη διετία 2002-2004 και πήρε το δρόμο για την Τοσκάνη μαζί με ορισμένα σπουδαία ονόματα. 

Και αν η ανάδειξη ενός νέου, ισχυρού κλαμπ δεν προκαλεί εντύπωση, αυτό που έκανε η Σιένα τη σεζόν 2002/2003 ξεπέρασε τη λογική. Οι Ιταλοί δεν έκαναν απλώς αισθητή την παρουσία τους στην Euroleague, αλλά έφτασαν μέχρι το Final Four της Βαρκελώνης. Εκεί, στον ιταλικό «εμφύλιο» που προέκυψε με το αντάμωμα της Σιένα με την Μπενετόν, η σταχτοπούτα δεν έκανε το θαύμα της και ηττήθηκε με 65-62 σε ένα παιχνίδι που ο Μιχάλης Κακιούζης (10π., 13ριμπ.) και οι «δικοί» μας Φορντ (15π.) και Βούκσεβιτς (14π.) έκαναν ο, τι μπορούσαν. 

Την ίδια χρονιά, αρκετούς μήνες νωρίτερα, η Σιένα είχε γράψει ιστορία, σημειώνοντας την μεγαλύτερη -μέχρι σήμερα- νίκη στην ιστορία της Euroleague με αντίπαλο την Μπούντουτσνοστ. 112-49... +63.

«Εχουν πει πολλά για εκείνο το παιχνίδι. Οτι η Μπούντουτσνοστ έκατσε κι έχασε με τέτοια διαφορά, ώστε να επωφεληθούμε εμείς και να προκριθούμε σε ενδεχόμενο ισοβαθμίας με άλλες ομάδες. Μπορεί να μην έπαιξαν με πολύ μεγάλο ζήλο, αλλά και εμείς βρεθήκαμε σε απίστευτη κατάσταση εκείνη τη μέρα. Μεταξύ μας μιλούσαμε και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πώς γίνεται να είμαστε τόσο εύστοχοι» θυμάται ο Ντούσαν Βούκσεβιτς. 

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Με τον Κάρλο Ρεκαλκάτι να έχει διαδεχθεί τον Εργκίν Αταμάν, έφτασε η ώρα η Σιένα να εκθρονίσει τα μεγάλα ονόματα του ιταλικού μπάσκετ, να καθίσει στην κορυφή κατακτώντας το πρώτο πρωτάθλημα και να βάλει τις βάσεις για τη δημιουργία μίας... βαθιάς σχέσης με τους τίτλους. Το πρωτάθλημα του 2004 και η επιστροφή για δεύτερη φορά στο Final Four ήταν μόνο η αρχή...

«Είναι αξέχαστες εκείνες οι στιγμές, γιατί ήμουν παρών στην γιγάντωση μίας ομάδας χωρίς μεγάλη παράδοση. Πήγαμε δύο φορές στο Final Four και, το 2004, πήραμε για πρώτη φορά το πρωτάθλημα. Τότε το ιταλικό πρωτάθλημα είχε τεράστιο ενδιαφέρον με 5-6 πολύ καλές ομάδες και αυτό βοήθησε την Σιένα να συνηθίσει σε πολύ δύσκολες καταστάσεις. Και φυσικά, πρόκειται για ένα στοιχείο που δίνει μεγαλύτερη αξία σε αυτό που καταφέραμε. Θα μπορούσαμε να έχουμε κερδίσει την Μπολόνια στον ημιτελικό του Final Four (σ.σ. ήττα με 102-103), αλλά όπως και να 'χει ήταν ένα από τα καλύτερα παιχνίδια που έχω αγωνιστεί και ο Μιχάλης ήταν εξαιρετικός» είναι το σχόλιο του Βούκσεβιτς που είχε αστοχήσει στο τελευταίο σουτ εκείνου του ημιτελικού.

Πράγματι, στον νέο εμφύλιο για την Euroleague, ο Μιχάλης Κακιούζης είχε σταματήσει στους 23 πόντους φτάνοντας έτσι πολύ κοντά στο να οδηγήσει την ομάδα του στον τελικό. 

Το fast forward επιστρατεύεται ξανά. Αν η νίκη επί της Μπούντουτσνοστ είναι αυτή που θα κρατήσει τη Σιένα στην ιστορία με θετικό πρόσημο, υπάρχει και άλλη μία ιστορία -οδυνηρή, μα εξόχως διδακτική-. 2011 και η ομάδα από την Τοσκάνη έχει ήδη χτίσει την ιταλική αυτοκρατορία της, ενώ έχει από καιρό εδραιωθεί στη συνείδηση των φιλάθλων ως top ομάδα της Euroleague. Play off, αντίπαλος: Ολυμπιακός, στάδιο: ΣΕΦ, αποτέλεσμα; φοβερά επώδυνο. Στο πρώτο παιχνίδι της φάσης των «8», η ελληνική ομάδα διαλύει τη Σιένα, την σκορπίζει με σκορ 89-41 και την υποχρεώνει να μετρά... πλήγές και αρνητικά ρεκόρ. 

«Σε εκείνο το παιχνίδι ο, τι μπορούσε να πάει στραβά, πήγε. Δεν ήταν παιχνίδι μπάσκετ, από το τζάμπολ φρόντισαν να μας διαλύσουν. Ευτυχώς, ο κόουτς Πιανιτζιάνι αντιλήφθηκε το τί συμβαίνει, το ότι πρόκειται για κάτι που συμβαίνει μία στις χίλιες κι έμεινε ψύχραιμος. 

Οταν μπήκε στα αποδυτήρια μάς είπε απλά: «Forget it, forget it, forget it» και μετά συνέχισε με όσες παρατηρήσεις μπορούσε να κάνει. Εμεναν 48 ώρες για να τους αντιμετωπίσουμε ξανά και έπρεπε να εκτελέσουμε την οδηγία του. Γυρνώντας στο ξενοδοχείο, όμως, κανείς δεν το είχε ξεχάσει. Το έβλεπες στα μάτια μας. Η αλήθεια είναι πως καταλάβαμε ότι το ξεχάσαμε όταν μπήκαμε ξανά στο γήπεδο, μετά από δύο μέρες. Θυμάμαι πως στην προπόνηση μετά τον αγώνα, γίνονταν απίστευτες μάχες. Ξεσπούσαμε ο ένας στον άλλον γι' αυτό που είχαμε ζήσει» αναφέρει ο Μάρκο Καραρέτο ενθυμούμενος ένα από τα πιο σκληρά «χαστούκια» που υπέστη στην καριέρα του.

Στην άκρη του πάγκου, λίγο πιο δίπλα από τον Σιμόνε Πιανιτζάνι, βρισκόταν ο Αλεσάντρο Μάγκρο, ένας εκ των βοηθών του. Λίγες ώρες αργότερα θα βίωνε έναν... μπασκετικό πόλεμο, μία «μάχη» πληγωμένων εγωισμών στο παρκέ:

«Ηταν απίστευτο. Βλέποντας το ματς από τον πάγκο, έλεγες πως "εντάξει, είμαστε πίσω με 20 στην πρώτη περίοδο, αλλά θα συνέλθουμε". Μετά, το πράγμα συνεχιζόταν και απλά αρχίσαμε να ελπίζουμε και να περιμένουμε να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και ήμασταν διαλυμένοι. Μάς είχαν καταστρέψει.

Το σύνηθες είναι την ημέρα μεταξύ των δύο αγώνων να κάνεις μία χαλαρή προπόνηση με μερικές προσαρμογές στην τακτική. Εγώ, όμως, είδα την επόμενη μέρα την πιο σκληρή, την πιο αντρική προπόνηση που έχω δει ποτέ μου. Από ένα σημείο και μετά, εγώ και ο Λούκα Μπάνκι σταματήσαμε να σφυρίζουμε φάουλ. Επαιζαν τόσο σκληρά που φοβηθήκαμε ότι θα 'χουμε καποιο τραυματισμό. Είχαμε στο ρόστερ παίκτες όπως ο Μάρκο Γιάριτς. Ο Μαυροκεφαλίδης είχε σπάσει τη μύτη του Μάρκο και αυτός είπε: "οκ, μας διέλυσαν, μας χτύπησαν, μας πλήγωσαν. Δεν θα συνεχιστεί αυτό". Μπήκαμε τόσο θυμωμένοι στο δεύτερο παιχνίδι και κάναμε ένα απίστευτο παιχνίδι. Καταλάβαμε ότι στη Σιένα δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουμε κάποιο παιχνίδι».

Πράγματι, η Σιένα πλήρωσε τον Ολυμπιακό με ακόμη ακριβότερο νόμισμα και με τρεις, διαδοχικές νίκες τον άφησε εκτός Final Four. Η τέταρτη και τελευταία απόπειρα της Σιένα στο Final Four σταμάτησε στο -πάντα- δυσθεώρητο σκόπελο του Παναθηναϊκού στον ημιτελικό. 

Πώς βίωσαν αυτές τις αποτυχίες οι πρωταγωνιστές; Αποτέλεσε η κατάκτηση της ευρωπαϊκής κορυφής ένα απωθημένο για όλους;

«Σίγουρα. Χάσαμε τις ευκαιρίες μας απέναντι σε κορυφαίες ομάδες του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Εκείνη την περίοδο αξίζαμε και κερδίσαμε το σεβασμό όλου του κόσμου. Δεν πρέπει κανείς να ξεχνά πως η Σιένα είναι μία πόλη 50.000 κατοίκων. Ολοι ήξεραν ότι, όταν έρθουν να παίξουν στη Σιένα, θα περάσουν άσχημα. Το να κερδίζαμε την Euroleague θα ήταν απλά η απόλυτη επιβράβευση για αυτή τη δυναστεία που είχαμε χτίσει» είναι το σχόλιο του Αλεσάντρο Μάγκρο που βρέθηκε στον πάγκο της ομάδας από το 2005 μέχρι το 2014.

Από την πλευρά του, ο Μάρκο Καραρέτο ασπάζεται την προπονητική άποψη: «Ηταν σίγουρα απωθημένο για όλους μας. Ολοι αναγνώριζαν την Σιένα, μιλούσαν για το μπάσκετ της, για τον κόσμο της, για τη φιλοσοφία της. Και φτάσαμε κοντά, οπότε σίγουρα μάς έμεινε στο μυαλό. Εχω την αίσθηση πως αυτό που μας έλειψε για να τα καταφέρουμε ήταν να έχουμε ένα πιο δυνατό πρωτάθλημα που θα μας προετοίμαζε για τις μεγάλες μάχες του Final Four».

Οι «μάχες» του 2011 με τον Ολυμπιακό στιγμάτισαν τελικά θετικά τους Ιταλούς, αλλά μία άλλη ελληνική ομάδα -δύο χρόνια πριν, το 2009- είχε φροντίσει να προκαλέσει «εφιάλτες». 

Το ματς με τον πληρέστατο -και μετέπειτα πρωταθλητή Ευρώπης- Παναθηναϊκό ήταν πολυαναμενόμενο. Η Σιένα φτάνει στην Ελλάδα με μειονέκτημα έδρας και, επιδεικνύοντας το συνηθισμένο, απαράμιλλο πάθος της, καταφέρνει να γυρίσει στην Ιταλία με ένα από τα δύο «διπλά» που χρειαζόταν στο ΟΑΚΑ. Ποιος, όμως, θα μπορούσε να τα βάλει με την υπερομάδα του Ζοτς; Ο Παναθηναϊκός ταξιδεύει στην Τοσκάνη και πραγματοποιεί επίδειξη δύναμης, σε ένα από τα πιο επιβλητικά ευρωπαϊκά ταξίδια του, αφού «σπάει» δύο φορές την έδρα της Σιένα και παίρνει την πρόκριση. Αλλωστε, ήταν τέτοιο το πάθος των «πράσινων» που, όπως θυμάται στο βιβλίο του ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, ο Βασίλης Σπανούλης είχε πει στους συμπαίκτες του: «Θέλω να πρήξω τα @@ του ΜακΙντάιρ»

Ο κόουτς Μάγκρο θυμάται και αποθεώνει την «καλύτερη ομάδα που αντιμετωπίσαμε»: «Είχαμε κάνει μία καταπληκτική εμφάνιση στο πρώτο παιχνίδι, αλλά χάσαμε. Ξέραμε όμως ότι μπορούμε να τους νικήσουμε, όπως και κάναμε στο δεύτερο παιχνίδι. Αλλά μιλάμε για τον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς με απίστευτους παίκτες. Μέχρι και ο Σπανούλης υπήρχε σε αυτό το τρομερό ρόστερ. 

Σε εκείνη τη σειρά, ο Ομπράντοβιτς έγινε ο πρώτος προπονητής που κατάφερε να βγάλει και την παραμικρή αδυναμία μας στη φόρα. Eίχε καταφέρει να αφοπλίσει τον Στόουνρουκ δίνοντάς του μόνο ελεύθερα σουτ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το μαγικό παιχνίδι που είχε κάνει στο Game 4 ο ΜακΙντάιρ. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο σόου. Εβαλε περισσότερους από του 30 πόντους, δεν το σταμάτησε κανείς, αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέραμε. Θέλαμε τουλάχιστον να έχουμε την ευκαιρία για ένα πέμπτο παιχνίδι στο ΟΑΚΑ. Ξέρουμε ότι είναι αδύνατο να κερδίσεις το πέμπτο παιχνίδι της σειράς στο ΟΑΚΑ, αλλά θέλαμε να φτάσουμε εκεί.

Εκείνος ο Παναθηναϊκός ήταν μάλλον η καλύτερη ομάδα που αντιμετωπίσαμε τα οκτώ χρόνια που βρέθηκα εγώ στην ομάδα».

Εκείνη η χρονιά μάλιστα, ήταν η πιο εντυπωσιακή, η πιο λαμπερή για τη Σιένα σε εγχώριο επίπεδο. Συγκεκριμένα, η ομάδα του Πιανιτζάνι κατέκτησε και τους τρεις εγχώριους τίτλους κάνοντας μόλις μία ήττα στις εγχώριες διοργανώσεις. Η παρέα των ΜακΙντάιρ, Στόουνρουκ, Σάτο, Λαβρίνοβιτς... σάρωνε τα πάντα στον δρόμο της. 
 
«Νικούσαμε όλα τα παιχνίδια με έναν μέσο όρο διαφοράς που ξεπερνούσε τους 20 πόντους. Ηταν απίστευτο! Είχε δημιουργηθεί ένα σύστημα, όπου μπορούσε να ενταχθεί ο καθένας πολύ εύκολα. Φυσικά, είχαμε τεράστιες προσωπικότητες όπως ο Στόουνρουκ, ο Καουκένας, ο ΜακΙντάιρ και όχι μόνο. Εκαναν το έργο μας πολύ εύκολο».

Η γιγάντωση της Σιένα ταυτίστηκε με την προπονητική φιγούρα του Σιμόνε Πιανιτζάνι στον πάγκο της, αφού αν και δεν βρισκόταν στην ομάδα εξ αρχής, ήταν εκείνος που την απογείωσε και την οδήγησε στα επτά συνεχόμενα πρωταθλήματα.

«Ηταν εξαιρετικός στο να διατηρεί την ψυχολογία των παικτών στο μέγιστο βαθμό της. Ηξερε πολύ καλά να διαχειρίζεται κρίσεις μέσα στην ομάδα, δυσκολίες που προέρχονταν από τραυματισμούς ή απώλειες παικτών. Είχε ένα πλάνο και δεν ήθελε να δεχτεί ότι δεν θα πετύχει» έχει να πει για τον πρώην προπονητή του ο Καραρέτο, ενώ ο Μάγκρο στέκεται στο τρίπτυχο της επιτυχίας: «Σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, είμαστε απαιτητικοί και εμμένουμε στη λεπτομέρου και παίζουμε ΑΜΥΝΑ».    

Οι «Γαλάτες» του ιταλικού μπάσκετ, το ιδανικό περιβάλλον

Ολα όσα συνέβησαν στο παρκέ και δημιούργησαν τη δική τους παρακαταθήκη δεν θα ήταν εφικτά αν οι συνθήκες δεν ήταν ιδανικές για εκείνους που συμμετείχαν στην ανάδειξη αυτού του γαλατικού χωριού σε πρωτεύουσα του ιταλικού μπάσκετ. 

«Είναι μπασκετική πόλη, το καταλαβαίνεις με το που πατήσεις το πόδι σου εκεί» αναφέρει ο Ντούσαν Βούκσεβιτς και στέκεται στο μοναδικό πρόβλημα που όμως ξεπεράστηκε γρήγορα: «Ενα πρόβλημα που υπήρχε σταθερά για την Σιένα ήταν η μεταφορά για τα ευρωπαϊκά παιχνίδια και οι αποστάσεις. Για να φύγεις για παιχνίδι της Euroleague, έπρεπε πρώτα να βρεθείς στο Μιλάνο ή τη Ρώμη και από εκεί να ταξιδέψεις. Σταδιακά, όμως, ξεπεράστηκε και αυτό με πολλές πτήσεις τσάρτερ και αυτό είναι κάτι που δεν φαίνεται, αλλά έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο για τους παίκτες».

Φυσικά, η άποψη ενός Ιταλού, όπως ο Μάρκο Καραρέτο, μάλλον μετρά διπλά: «Οποιος ερχόταν στη Σιένα, καταλάβαινε και έλεγε πως βρίσκεται στο τέλειο μέρος για να παίξει μπάσκετ. Δεν υπάρχει κάτι να σε αποσπάσει. Είναι πολύ μικρή και ήσυχη πόλη. Ησυχη μέχρι να φτάσει η ώρα του αγώνα. Το γήπεδο... έκαιγε και το ένιωθε όλη η πόλη. Οποιος ήθελε να νικήσει τη Σιένα, έπρεπε να τα βάλει και με τον κόσμο. Η πόλη περίμενε την ανάδειξη μιας τόσο επιτυχημένης ομάδας.

Είναι τόσο μικρή κοινωνία που όλοι σε αντιμετωπίζουν σαν Θεό. Είτε ήσουν ο σούπερ σταρ, όπως ηταν ο ΜακΙντάιρ για ένα διάστημα, είτε ο βοηθός προπονητή, στο δρόμο σε αναγνώριζαν όλοι. Μια ολόκληρη κοινωνία ζούσε για μία ομάδα. Φοβάμαι πως ο κόσμος θα έπεσε σε κατάθλιψη όταν διαλύθηκε εκείνη η ομάδα».

Αν αναρωτιέται κανείς για το τί ιδιαίτερο προσέφερε η ζωή στην ήσυχη Σιένα; Ο Ντούσαν Βούκσεβιτς και όλοι οι ξένοι που έχουν περάσει από την ομάδα έμεναν με το στόμα ανοιχτό κάθε φορά που έφτανε η στιγμή για το θρυλικό palio: τους αγώνες αλόγων στο κέντρο της πόλης, με κάθε γειτονιά να εκπροσωπείται από το δικό της.

«Σε μία πλατεία μαζεύονται 50 χιλιάδες άνθρωποι και κάθε γειτονιά εκπροσωπείται από το δικό της άλογο. Μπαίνουν 10 άλογα σε μία σειρά και γίνονται φοβερές μάχες με τον κόσμο να "τρελαίνεται". Γι' αυτούς είναι κάτι πολύ σημαντικό και ιστορικό αυτοί οι αγώνες. Για τους παίκτες της ομάδας, είναι πραγματικά κάτι πρωτόγνωρο. Πηγαίναμε με τους συμπαίκτες μου και νιώθαμε ότι είμαστε σε άλλη εποχή, στο Μεσαίωνα. Γενικά, νομίζω πως οι ιστορίες από το palio μένουν σε όλους τους παίκτες που έχουν περάσει από τη Σιένα». 

Ο συγκλονιστικός, τελευταίος χορός...

Με τα κατορθώματά της στο παρκέ, η Σιένα κέρδισε άξια μία... βαθιά υπόκλιση από τους φίλους του μπάσκετ. Παρουσίες σε Final Four, απόλυτη κυριαρχία στο ιταλικό μπάσκετ με επτά συνεχόμενες κατακτήσεις του πρωταθλήματος (2007-2013) και ανάδειξη μερικών εκ των σπουδαιότερων παικτών του ευρωπαϊκού μπάσκετ τα τελευταία χρόνια. 

Ωστόσο, η τελευταία, η «άτιτλη» και φαινομενικά χαμένη χρονιά ήταν η πιο συγκλονιστική, η πιο παραμυθένα, η πιο συγκινητική από όλες. Πριν καν συμπληρωθούν οι πρώτοι μήνες της σεζόν 2013/2014, οι ατασθαλίες του Μινούτσι είχαν... βγει στη φόρα, η ομάδα είχε μείνει απολύτως «ξεκρέμαστη» και οι οριστικοί τίτλοι τέλους δεν ήταν απλώς σενάριο, αλλά δεδομένη πραγματικότητα. Οσοι συμμετείχαν στο ρόστερ και το προπονητικό επιτελείο εκείνης της χρονιάς, ήξεραν πως η Σιένα καταστρέφεται με το που δώσει τον τελευταίο της, επίσημο αγώνα. 

Το ρόστερ δεν ήταν τόσο φανταχτερό όσο παλιά, ο Ντάνιελ Χάκετ αποχώρησε για την Αρμάνι, αν και η ομάδα είχε χτιστεί γύρω του και οι υπόλοιποι έμειναν να παλεύουν υπό τις οδηγίες του Μάρκο Κρέσπι. Η Σιένα τερμάτισε στη δεύτερη θέση της κανονικής περιόδου, αλλά η Ρέτζιο Εμίλια στον πρώτο γύρο των play off την έφτασε στα όρια της. 

Ο Οθέλο Χάντερ, νυν παίκτης του Ολυμπιακού, με την ομάδα στα πρόθυρα του αποκλεισμού μετέδωσε με συγκλονιστικό τρόπο το πνεύμα νικητή στους συμπαίκτες του. Τα πάντα στο μυαλό των παικτών της ομάδας άλλαξαν, η πρόκριση ήρθε και η Σιένα έφτασε μέχρι τους τελικούς. 

«Ηταν μια απίστευτη χρονιά, μόνο σε ταινία μπορείς να δεις κάτι ανάλογο. Ξέραμε ότι η ομάδα είναι τελειωμένη με τη λήξη της σεζόν. Χτίστηκε μία ομάδα εξ ολοκλήρου δομημένη γύρω από τον Ντάνιελ Χάκετ. Τον Δεκέμβριο δώσαμε στον βασικό μας αντίπαλο, την Αρμάνι, τον ηγέτη μας και πήραμε τον τρίτο πλέι μέικερ της, τον Μαρκέζ Χέινς. Ακολούθησε ένα διάστημα, στο οποίο μάς κέρδιζε ο οποιοσδήποτε, είχαμε 10 ήττες σε δύο μήνες. 

Ολα άλλαξαν, όμως. Βρήκαμε χημεία, έπαιξε ο ένας παίκτης για τον άλλον και ζήσαμε το μεγάλο όνειρο. Αν ο Ματ είχε βάλει εκείνο το σουτ, θα είχαμε πετύχει κάτι ανεπανάληπτο» Ποιο σουτ; Τοσκάνη, 6ος τελικός. Η Σιένα έχει ανατρέψει όλα τα προγνωστικά, το μαχητικό πνεύμα των παικτών της έχει... πατήσει κάτω το μπάτζετ της Αρμάνι, έχει στραγγαλίσει τα αστέρα της και με τη σειρά στο 3-2 υπέρ της, ο Ματ Τζάνινγκ έχει την ευκαιρία να δώσει τον τίτλο για όγδοη συνεχόμενη χρονιά στην ομάδα του. Η μπάλα μπαίνει. Και βγαίνει. Η Αρμάνι εκμεταλλεύεται το άσχημο, για τη Σιένα, παιχνίδι της τύχης και ο Κέρτις Τζέρελς... παγώνει όλη τη Σιένα οδηγώντας τη σειρά σε έβδομο παιχνίδι.

«Το καλάθι... έφτυσε το σουτ του Ματ. Aν δείτε ξανά τη φάση, θα καταλάβετε ότι ο Τζέρελς δεν είχε καταλάβει πόσος χρόνος μένει και εκτέλεσε, όταν τού έκανε το σχετικό νόημα ο Τζεντίλε» θυμάται με τρεμάμενη φωνή ο Αλεσάντρο Μάγκρο.

Ο ίδιος ο Ματ Τζάνινγκ δεν θέλησε να σχολιάσει την πιο άσχημη στιγμή της καριέρας του, αλλά έφερε στη μνήμη του το όμορφο ταξίδι εκείνης της σεζόν: «Μπήκαμε στα πλέι οφ και γνωρίζαμε πως ο χρόνος για την ομάδα τελειώνει και το παραμύθι μιας υπέροχης ομάδας σταματά. Θέλαμε να χαρίσουμε στη Σιένα ένα ακόμη πρωτάθλημα, αν και ξέραμε ότι είχαμε ελάχιστες ελπίδες. Ολοι οι παίκτες και όχι μόνο αυτοί που βρίσκονται από πριν στην ομάδα, είχαν καταλάβει πόσο σημαντικό είναι να τελειώσουμε τη δουλειά με το σωστό τρόπο και να μεγαλώσουμε την κληρονομιά που αφήνει πίσω της αυτή η ομάδα.

Οταν ο Μάρκο (σ.σ. Κρέσπι) μιλούσε στα αποδυτήρια, μάς έκανε να νιώσουμε πόσο σπουδαίο είναι αυτό που μπαίνουμε να κάνουμε στο παρκέ. Το ίδιο συνέβη και με τον Οθέλο εκείνη την μέρα στον προημιτελικό. Ηθελε να νικήσουμε περισσότερο από τον καθένα και να συνεχίσουμε να κυνηγάμε το όνειρο. Ηταν παθιασμένος με αυτή την ομάδα και γενικά το μπάσκετ». 

Ο Μάγκρο, μετά το παιχνίδι στο Μιλάνο, όπου έγινε το 4-3 για την Αρμάνι και το game over της Σιένα πήρε σάρκα και οστά, λύγισε: «Δεν σταμάτησα να κλαίω μετά το έβδομο παιχνίδι. Ο λόγος είναι ότι φτιάξαμε τόσο δυνατές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων εκείνη τη χρονιά και θέλαμε, με την αγάπη που είχε ο ένας για τον άλλον, να πετύχουμε κάτι που θα ήταν εκτός λογικής. Δεν ήμασταν στεναχωρημένοι μόνο για την απώλεια του τίτλου, αλλά γιατί η επόμενη μέρα θα έβρισκε την ομάδα διαλυμένη». 

Από εκείνη τη σεζόν, φυσικά, πέρα από την ανεπανάληπτη προσπάθεια μίας διαλυμένης ομάδας, θα μείνουν οι ανατριχιαστικοί λόγοι που εκφωνούσε ο κόουτς Κρέσπι στα αποδυτήρια μετά τα κομβικά παιχνίδια και στους οποίους οι λέξεις "όνειρο" και "ευχαριστώ" επαναλαμβάνονταν σε ένα νοσταλγικό repeat. 

Ο δρόμος της επιστροφής...

Ο ολοκληρώτικος αφανισμός απεφεύχθη, η Σιένα αγωνίστηκε τη σεζόν 2014/2015 στην τέταρτη κατηγορία του ιταλικού μπάσκετ, κέρδισε την άνοδο και -επωφελούμενη από μία συγχώνευση της δεύτερης με την τρίτη κατηγορία- βρίσκεται πλέον στη δεύτερη κατηγορία. Ωστόσο, η επιστροφή στην κορυφαία κατηγορία φαντάζει πολύ μακρινό ενδεχόμενο. Αλλωστε από τις 32 ομάδες που αγωνίζεται στους δύο ομίλους της λίγκας, μόνο μία ομάδα θα πάρει την άνοδο. 

Ο Μάρκο Καραρέτο που αγωνίζεται στο ίδιο πρωτάθλημα, με τη φανέλα της επίσης ιστορικής Φορτιτούντο Μπολόνια, ανέφερε στο sdna.gr: «Ολοι θέλουν να δουν ομάδες, όπως η Σιένα ή η Φορτιτούντο στην πρώτη κατηγορία και στην Euroleague. Αντικειμενικά, όμως, όσο κι αν με πληγώνει αυτό, πρόκειται για πολύ μακρινό ενδεχόμενο». 

Ρεαλιστικές πιθανότητες ανόδου δεν υπάρχουν φέτος για την Σιένα, αλλά η ατμόσφαιρα στο γήπεδο της ομάδας παραμένει εξαιρετική: «Πολλοί αποθεώνουν τη Σιένα, γιατί στα παιχνίδια της ομάδας βρίσκονται 2.500-3.000 ανθρώποι. Εγώ δεν ξαφνιάζομαι και νομίζω πως θα μπορούσαν να είναι πολύ περισσότεροι» τονίζει ο Τζουσέπε Νίγκρο που πλέον ζει μακριά από την Τοσκάνη. 

Η επιστροφή μοιάζει να αργεί, αλλά η προσμονή όλων να δουν ξανά στην κορυφή μία σπουδαία ομάδα παραμένει τεράστια... Και, όπως είχε πει και ο Μάρκο Κρέσπι, μετά τη λήξη του τελευταίου αγώνα της Σιένα, όπως την είχαμε συνηθίσει:

«Χρειάζεσαι όνειρα, για να πείσεις τον εαυτό σου να απολαμβάνει τη μέρα»...

Διαβαστε επισης

Close
Σιένα: Το γαλατικό χωριό του μπάσκετ που κάηκε, αλλά ζει ακόμα
Χρόνος ανάγνωσης: 22’