Close

Ο πρωταθλητής Ευρώπης, Ιγκόρ Κοκόσκοφ στο SDNA!

Ο θριαμβευτής του Eurobasket, Ιγκόρ Κοκόσκοφ, στο SDNA: ο κόουτς που οδήγησε τη Σλοβενία στο «Έβερεστ» μιλά για το χρυσό, θυμάται ιστορίες με τον Ντράγκιτς και παραδέχεται ότι λυπάται που δεν πήγε στον Παναθηναϊκό.

Το κινητό του δεν σταματά να χτυπά ποτέ. Εδώ και 15 χρόνια, τα ψηφία που πρέπει να πληκτρολογήσεις για να τον καλέσεις παραμένουν ίδια, μα κάθε μέρα που περνά το κινητό «βομβαρδίζεται» με όλο και περισσότερες πληροφορίες, επαφές, εφαρμογές. Το βράδυ της 17ης Σεπτεμβρίου όμως πήρε «φωτιά», σχεδόν μπλόκαρε και αν είχε φωνή θα μιλούσε και θα ζητούσε ένα break. Δεν χρειάστηκε να συζητήσει με τους συνεργάτες του για τον επόμενο αντίπαλο, δεν χρειάστηκε να ακούσει τους προβληματισμούς του Κουίν Σνάιντερ, δεν χρειάστηκε καν να σκεφτεί δεύτερη φορά για το τι θα απαντήσει σε top παίκτες, προπονητές και παράγοντες του ΝΒΑ.

Ο Ιγκόρ Κοκόσκοφ ήταν το πρόσωπο της βραδιάς. Εκείνης της βραδιάς που δύο εκατομμύρια Σλοβένοι δεν κοιμήθηκαν, αφού αποφάσισαν πως είναι πολύ καλύτερη ιδέα να περάσουν τη νύχτα ξάγρυπνοι πανηγυρίζοντας για τη μεγαλύτερη επιτυχία της χώρας σε επίπεδο ομαδικού αθλητισμού. Ένας τεράστιος αριθμός φημισμένων ή λιγότερο φανταχτερών ονομάτων του «μαγικού κόσμου» ένιωσε την υποχρέωση να στείλει ένα μήνυμα στον Κοκόσκοφ που για περισσότερα από 15 χρόνια δουλεύει σκληρά στις ΗΠΑ για να μπορεί πια να παινεύεται πως το όνομά του είναι στην elite.

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

To 2004 είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα του ΝΒΑ ως assistant coach των Ντιτρόιτ Πίστονς και είναι βέβαιο πως αρκετά εξέχοντα μέλη εκείνης της ομάδας ήταν υπεύθυνα για το γεγονός πως ο Σέρβος κόουτς χρειάστηκε να περάσει πολλές ώρες χωρίς να σηκώσει κεφάλι προκειμένου να βάλει σε μία σειρά τον καταιγισμό μηνυμάτων και να απαντήσει με την ευγένεια που τον χαρακτηρίζει σε ένα προς ένα ξεχωριστά.

Ένα εξέχον μέλος της ξακουστής κοινωνίας του ΝΒΑ βρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης συμβάλλοντας καθοριστικά σε ένα σύγχρονο θαύμα του παγκόσμιου μπάσκετ, μα η προσωπικότητά του και το ταπεινό ταπεραμέντο του δεν αλλοιώθηκε στο ελάχιστο. Στα 46 του είναι μάλλον αρκετά μεγάλος για να αλλάξει από ένα παράσημο, ακόμη κι αν αυτό είναι ολόχρυσο. Η πρώτη μας επαφή έγινε με τον ίδιο να βρίσκεται στην αναμονή για να μπει στο αεροπλάνο και να επιστρέψει στην πόλη που από το 2015, είναι η βάση του: τη Γιούτα.

Το ραντεβού ανανεώθηκε, με ρητή διαβεβαίωση του Κοκόσκοφ πως η συνέντευξη θα γίνει, για μερικά 24ωρα αργότερα. Η πρώτη του μέρα πίσω στην Γιούτα ήταν γεμάτη υποχρεώσεις, ενώ η δεύτερη περιλάμβανε την media day των Γιούτα Τζαζ. Λίγες ώρες όμως πριν οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι αρχίσουν να ανακρίνουν τον ίδιο, τον Κουίν Σνάιντερ, τον Ρούντι Γκομπέρ, τον Ντέρικ Φέιβορς και τα άλλα αστέρια των Τζαζ, ο Κοκόσκοφ έκλεισε την πόρτα του γραφείου του, «συνδέθηκε» με Ελλάδα και παραχώρησε στο SDNA την πρώτη, μεγάλη συνέντευξή του μετά την κατάκτηση του Eurobasket!

Ο 46χρονος Σέρβος κόουτς σχολίασε όσα συνέβησαν στα παρκέ του Ελσίνκι και την Κωνσταντινούπολης, αποκάλυψε τα συναισθήματα του κατά τη διάρκεια του τελικού με τη Σερβία και θυμήθηκε την ημέρα γνωριμίας του με τον παίκτη που έμελλε να γίνει ο ηγέτης της... καρδιάς του, τον Γκόραν Ντράγκιτς.

Τα μέλη των Γιούτα Τζαζ έφταναν στο γήπεδο για την media day, χαιρετούσαν από μακριά τον Κοκόσκοφ, αλλά ο ίδιος ως απόλυτος επαγγελματίας δεν σκέφτηκε καν να κάνει μία παύση από την κουβέντα για να ασπαστεί συνεργάτες και παίκτες που είχε να δει περίπου τρεις μήνες. Εξήγησε γιατί θεωρεί πως «μοντέρνο μπάσκετ είναι αυτό που κερδίζει», απάντησε άμεσα αλλά χωρίς να κρύψει την ενόχλησή του σε όσους κρίνουν τη συμμετοχή του Ράντολφ στο Eurobasket ως «ανήθικη» και ανέλυσε τη σκέψη του για το φαινόμενο Ντόντσιτς.

Φυσικά, σεβόμενος απόλυτα πως ο συνομιλητής του θα παρουσιάσει την συνέντευξη στο ελληνικό κοινό, σχολίασε τη σύγκριση που γίνεται ανάμεσα στο κατόρθωμα της Σλοβενίας και το «έπος» του '87 και αναφέρθηκε στην γνωστή ιστορία του 2015, όταν έφτασε κοντά στον Παναθηναϊκό: «Λυπάμαι που οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν» ανέφερε χαρακτηριστικά για τη χαμένη ευκαιρία, αλλά το πώς υπερθεμάτισε την άποψή του μαρτυρά πως γνωρίζει πλήρως την ελληνική πραγματικότητα. Στην κουβέντα βέβαια μπήκε και ο μέντοράς του, Ζέλικο Ομπράντοβιτς, με τον οποίο παρεμπιπτόντως έχουν πλέον ένα νέο inside joke που αφορά στην «κλοπή» του Έκπε Ούντοχ από την Φενέρμπαχτσε.

Ο πρωταθλητής Ευρώπης, Ιγκόρ Κοκόσκοφ, στο sdna.gr!

Πέρασαν σχεδόν 10 μέρες από την ολοκλήρωση ενός σύγχρονου, μπασκετικού θαύματος. Χρειαστήκατε χρόνο για να συνειδητοποιήσετε τι συνέβη ή ήταν εύκολο, δεδομένου πως η επικράτησή σας ήταν αποτέλεσμα απόδοσης μπασκετικής δικαιοσύνης;

«Όταν ξεκινήσαμε, δεν σκεφτόμασταν κάτι μακρινό, ούτε αφήναμε τους εαυτούς μας να ξεφύγουν. Δεν δώσαμε μεγάλες υποσχέσεις. Ξέραμε ότι θα είναι ένα δύσκολο τουρνουά, αλλά και ότι ο Γκόραν (σ.σ. Ντράγκιτς) είχε μία τελευταία ευκαιρία ζωής να πετύχει κάτι με την Εθνική. Ήταν επίσης μία ιστορική συγκυρία να μοιραστεί το παρκέ με τον Λούκα (σ.σ. Ντόντσιτς).

Είχαμε διάθεση από την αρχή. Προσωπικά, δεν κοίταζα μακριά. Δεν σκεφτόμουν το μετάλλιο και πολύ περισσότερο δεν σκεφτόμουν το χρυσό. Θέλαμε να παίξουμε όσο καλύτερα γίνεται. Ξέρω τις διοργανώσεις της FIBA και όταν βρήκαμε μομέντουμ, κατάλαβα ότι μπορούμε να νικήσουμε οποιονδήποτε αντίπαλο. Έτσι κι έγινε».

Έπειτα από αρκετά χρόνια στους πάγκους Εθνικών ομάδων και με ένα τεράστιο παράσημο πλέον, έχετε καταλήξει στο πόσο μεγάλο impact μπορεί να έχει ένας προπονητής σε μία Εθνική;

«Είναι δύσκολο και άβολο για μένα να σου απαντήσω σε αυτό το ερώτημα. Πάντα, θέλω να βγάζω μπροστά τους παίκτες μου και να γίνονται αυτοί οι αποδέκτες των credits. Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να περάσεις μια ολόκληρη, μπασκετική φιλοσοφία σε μία Εθνική ομάδα και πρέπει να δίνεις μεγάλη έμφαση στη χημεία, τους ρόλους και τις σχέσεις μεταξύ των παικτών. Εγώ βρίσκομαι στον πάγκο για να παίρνω αποφάσεις, να ηγούμαι από το δικό μου πόστο. Οι παίκτες όμως έχουν το παιχνίδι στα χέρια τους και εμείς είχαμε εξαιρετικούς αθλητές, οι οποίοι έκαναν εύκολο το έργο μου».

Είχατε φανταστεί ότι το μπάσκετ θα σας φέρει σε ένα γήπεδο και μία κατάσταση, που θα ακούγεται ο Εθνικός ύμνος της χώρας σας και εσείς θα είστε στην απέναντι πλευρά;

«Είμαι επαγγελματίας εδώ και 25 χρόνια κι έχω συνηθίσει να χειρίζομαι ιδιαίτερες καταστάσεις. Είμαι Σέρβος, έχω γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί και ο σεβασμός προς την σημαία είναι αδιαπραγμάτευτος. Το συναίσθημα ήταν όμορφο, όπως κάθε φορά που ακούω τον Εθνικό ύμνο της χώρας, αλλά βρισκόμουν στο παρκέ για μία δουλειά και τίποτα δεν θα μπορούσε να με αποσπάσει. Ο συναισθηματισμός δεν έχει σχέση με το μπάσκετ, δεν εμπλέκεται η "πολιτική" και ο πατριωτισμός σε ένα παιχνίδι. Έδωσα όλο μου τον εαυτό για να κερδίσει η ομάδα μου. Την ώρα του αγώνα, ήμουν περισσότερο Σλοβένος από τους Σλοβένους».

Μοντέρνο είναι το μπάσκετ που κερδίζει...

Όταν ο Ολυμπιακός κατέκτησε την Euroleague το 2012, ο Ντούσαν Ίβκοβιτς είχε πει πως η ομάδα του ήταν ένα «πρωτοποριακό, μπασκετικό κίνημα». Θεωρείτε πως κάτι ανάλογο ισχύει στην περίπτωση της δικής σας ομάδας παίζοντας σύγχρονο μπάσκετ και κερδίζοντας την εκτίμηση του κόσμου;

«Είναι μία μεγάλη συζήτηση αυτή. Μοντέρνο και "μοδάτο" μπάσκετ είναι αυτό που σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο δίνει νίκες. Αυτός που νικά δείχνει και καθορίζει για τους υπόλοιπους το ποιος είναι ένας από τους πιθανους τρόπους επίτευξης του στόχου. Δεν υπάρχει ένας, σταθερός τρόπος για να νικήσεις. Ελπίζω ο κόσμος να εκτιμά τη δουλειά μας και να θεωρεί πως αυτή η version της ομάδας μας έδωσε κάτι στο μπάσκετ. Θα ξαναπώ όμως πως δεν υπάρχει ένας τρόπος κι ένα "κίνημα" νίκης. Όταν πήραμε το πρωτάθλημα του ΝΒΑ με τους Ντιτρόιτ Πίστονς το 2004 το κάναμε με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αξιοποίησαν οι Σαν Αντόνιο Σπερς ένα χρόνο αργότερα και οι Κλίβελαντ Καβαλίερς με τους Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς 10-15 χρόνια πιο μετά. Όποιος νικά, καθορίζει και το τι είναι στη μόδα.

Όσον αφορά στη δική μας Σλοβενία, σκοπός μας ήταν να παίξουμε ένα μπάσκετ με γρήγορο tempo και αυτή ήταν η μοίρα μας. Άλλωστε, είχαμε έναν από τους καλύτερους παίκτες παγκοσμίως στο up tempo παιχνίδι (σ.σ. Ντράγκιτς). Όταν έχεις έναν τέτοιο παίκτη, πρέπει να τον εκμεταλλευτείς. Φυσικά όμως δεν αρκεί μόνο αυτό, πρέπει να δίνεις έμφαση σε κάθε λεπτομέρεια και να καταφέρνεις να πάρεις το καλύτερο από το ρόστερ σου. Αν δεν χρησιμοποιείς τα υλικά σου, δεν καταφέρνεις να... μαγειρέψεις».

Τον αναφέρατε και ήταν το πρόσωπο του τουρνουά. Η ερώτηση μου είναι αυτονόητη: Είναι ο Γκόραν Ντράγκιτς ο ηγέτης που ονειρεύεται κάθε προπονητής;

«Κοίτα, με τον Γκόραν η σχέση μου είναι πολύ ιδιαίτερη και έχει χτιστεί έπειτα από χρόνια αλληλοσεβασμού και αμοιβαίας εκτίμησης. Έχω μόνο καλές αναμνήσεις από τον ίδιο και η συνύπαρξή μας στο Φοίνιξ με βοήθησε να γνωρίζω τα καλά και τα κακά του. Είναι παίκτης παγκόσμιας κλάσης, ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους και ήμουν τυχερός που τον συνάντησα ξανά στο peak της καριέρας του, ώστε να βιώσουμε μαζί το ιδανικό φινάλε στην καριέρα του με την Εθνική. Για να απαντήσω στο ερώτημα σου, φυσικά κάθε προπονητής θέλει έναν τέτοιο παίκτη για να... κοιμάται ήσυχος».

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Είναι αλήθεια ή «μύθος» πως εσείς τον υποδεχθήκατε στο αεροδρόμιο, το 2008, όταν έφτασε στο Φοίνιξ για το πρώτο του workout με τους Σανς;

«Είναι αλήθεια, εκείνη ήταν η πρώτη μας συνάντηση. Ήταν η δεύτερη μερά μου στη δουλειά, μετά την υπογραφή της συμφωνίας μου με τους Σανς. Έπρεπε λοιπόν να συναντηθώ με τον Γκόραν μετά το πρώτο του ταξίδι προς τις ΗΠΑ. Προπονήθηκε υπό το βλέμμα μου και αγάπησα το παιχνίδι του. Εγώ, ο Στιβ Κερ (σ.σ. ήταν GM των Σανς τότε) και ο Ντέιβιντ Γκριβιν (σ.σ. assistant GM) ερωτευτήκαμε με την πρώτη ματιά τον Ντράγκιτς. Παλέψαμε σκληρά για να τον κάνουμε δικό μας και τελικά τον "κλέψαμε" με trade από τους Σπερς που τον είχαν επιλέξει στο draft του 2008. Kαταλαβαίνεις επομένως γιατί η συνεργασία μου με τον Γκόραν είναι σχεδόν... φυσική».

Πιστεύετε ότι αντίστοιχος έρωτας θα «χτυπήσει» και τις ομάδες του ΝΒΑ που θα κληθούν να επιλέξουν τον Ντόντσιτς στο επόμενο draft;

«Ο Λούκα έχει τεράστιο potential, το ταλέντο του είναι μοναδικό. Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι πως αγαπά να βρίσκεται στο παρκέ την κρίσιμη στιγμή, αγαπά το παιχνίδι, αγαπά τον ανταγωνισμό, αγαπά την ομάδα του. Είναι ένα φυσικό, μπασκετικό ταλέντο που προκύπτει πολύ σπάνια και συνδυάζει ποιότητα με σωστή νοοτροπία και προσωπικότητα.

Είμαι σίγουρος πως τίποτα δεν θα τον σταματήσει και ότι από την επόμενη σεζόν θα είναι στο ΝΒΑ και θα διακριθεί. Ελπίζω να πάει σε μία ομάδα που θα καταφέρει να τον αξιοποιήσει με το σωστό τρόπο. Προέρχεται από ένα απίστευτο καλοκαίρι. Μπορώ να πω ότι ήμουν σίγουρος πως αυτό το καλοκαίρι του ανήκει. Πήρε τον ρόλο που του αξίζει, ανεξαρτήτως ηλικίας. Ήταν ηγέτης, ήταν go-to guy και απέδειξε ότι γι' αυτό είναι γεννημένος. Αυτός είναι ο προορισμός του».

Αφού αρχίσαμε να αναφερόμαστε ξεχωριστά στους πρωταγωνιστές της ομάδας σας, θα ήθελα να μου πείτε πώς ηχούν στα αυτιά σας οι απόψεις που διατυπώνονται σχετικά με τον Άντονι Ράντολφ και σύμφωνα με τις οποίες η συμμετοχή του στο τουρνουά ήταν ανήθικη...

«Η ομοσπονδία της Σλοβενίας ακολούθησε έναν κανονισμό που είναι απόλυτα σαφής και δίνει αυτό το δικαίωμα στις ομοσπονδίες και τους παίκτες. Δεν είναι ο πρώτος νατουραλιζέ που αγωνίζεται σε διοργάνωση της FIBA. Πολλές ομάδες έχουν πράξει κάτι ανάλογο, στο γυναικείο μπάσκετ έχουμε δει τη Ρωσία και τη Σερβία να αξιοποιούν τη νομοθεσία. Ακόμη και η Ισπανία το έχει κάνει σε επίπεδο ανδρών και δεν με νοιάζει αν πρόκειται για Αμερικανό ή Μαυροβούνιο (σ.σ. Μίροτιτς) ή παίκτη από την Αφρική (σ.σ. Ιμπάκα). Ο Άντονι αποτέλεσε πράγματι πολύ σημαντικό κομμάτι στην ομάδα μας, έπαιξε εκπληκτικά, αλλά η χρησιμοποίηση νατουραλιζέ παίκτη δεν είναι δική μας ανακάλυψη και δεν βλέπω το λόγο να υπάρχουν τέτοιοι χαρακτηρισμοί».

Υπέροχο κοπλιμέντο η σύγκριση με το '87

Πολλοί σύγκριναν το κατόρθωμα της Σλοβενίας με εκείνο της Ελλάδας το 1987. Μία μικρή χώρα νικά τα μεγαθήρια και βρίσκεται για πρώτη φορά στην κορυφή της Ευρώπης. Για εμάς ήταν ο Γκάλης και ο Γιαννάκης, για την ομάδα σας ο Ντράγκιτς και ο Ντόντσιτς. Συμφωνείτε με όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο;

«Πράγματι, έχω ακούσει αυτό που λες και το εκλαμβάνω ως ένα υπέροχο κοπλιμέντο για την Σλοβενία, ένα από τα καλύτερα. Είναι υπέροχο να συγκρίνει κανείς την ομάδα μας με εκείνη την ομάδα της Ελλάδας που είχε σπουδαίους παίκτες, αλλά ακόμη και με την ομάδα που κατέκτησε το τρόπαιο το 2005. Είναι πράγματι παραμύθια που παρουσιάζουν ομοιότητες, αφού δύο μικρές χώρες φτάνουν στην κορυφή. Κρίνοντας από τη δική μας περίπτωση και τον αντίκτυπο που είχε αυτή η μοναδική, σε επίπεδο ομαδικών αθλημάτων, επιτυχία, μπορώ να καταλάβω πώς είχαν νιώσει και οι Έλληνες».

Για περισσότερα από 15 χρόνια είστε μέλος της κοινωνίας του ΝΒΑ. Είμαι σίγουρος πως το κινητό σας «μπλόκαρε» από τον αριθμό εισερχομένων μηνυμάτων για συγχαρητήρια μετά το χρυσό. Μπορείτε να ξεχωρίσετε κάποιο από τα μηνύματα που λάβατε;

«Το Eurobasket συνέπεσε με μία περίοδο που όλοι στο ΝΒΑ ξεκίνησαν να αγχώνονται για τη νέα σεζόν, που τα τελευταία μεγάλα trades πραγματοποιούνται και οι ομάδες ετοιμάζονται για τη νέα σεζόν. Ωστόσο, είναι υπέροχο ότι πάρα πολλοί άνθρωποι από την κοινότητα του ΝΒΑ παρακολουθούσαν με προσήλωση το τουρνουά. Όταν ολοκληρώθηκε ο τελικός, είναι αλήθεια πως βρήκα αμέτρητα μηνύματα από παίκτες, προπονητές και παράγοντες της λίγκας. Από ανθρώπους που ξέρω προσωπικά και από κάποιους που δεν γνωρίζω. Δεν έχει νόημα να ξεχωρίσω κάποιο. Ενθουσιάζομαι όμως με την ιδέα πως όλο αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι του ΝΒΑ βλέπουν με πολύ μεγάλο σεβασμό το ευρωπαϊκό μπάσκετ, αλλά και εμένα προσωπικά. Με κάνει να νιώθω όμορφα το γεγονός πως άνθρωποι με καίριες θέσεις του ΝΒΑ, δεν θέλουν να μένουν πίσω στις εξελίξεις».

Τη στιγμή που ζούσατε τις μεγάλες νίκες της ομάδας σας, στην άκρη του παρκέ βρίσκονταν τεράστιες προσωπικότητες του μπάσκετ όπως ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, ο Ντούσαν Ίβκοβιτς, ο Ντέιβιντ Μπλατ, ο Ντέγιαν Μποντιρόγκα. Είχατε συζητήσεις μαζί τους πριν ή μετά το τουρνουά;

«Σίγουρα, υπήρχαν συζητήσεις με όλους τους ανθρώπους του μπάσκετ που παρακολουθούσαν το τουρνουά από κοντά. Βέβαια, ο χρόνος ήταν περιορισμένος και το πρόγραμμα πολύ γεμάτο. Με τον Ζέλικο πάντως τα πράγματα είναι αλλιώς. Είναι ένας από τους μέντορές μου και είμαι περήφανος που μπορώ να λέω ότι είναι ένας από τους καλύτερους φίλους που έχω κάνει στο μπάσκετ. Η συνεργασία μας στην Εθνική Σερβίας (σ.σ. 2004-2005) άλλαξε τη ζωή μου. Το να βρίσκεσαι στο πλάι του Ζέλικο είναι εμπειρία που δεν ξέρεις αν θα ζήσεις και σου μένει χαραγμένη στη μνήμη».

Άρα είχατε επικοινωνία, κατά τη διάρκεια του τουρνουά, και μακριά από τα παρκέ;

«Όσο ήμασταν στην Φινλανδία, ανταλλάζαμε μηνύματα, παρακολουθούσε την πορεία μας. Όταν πήγαμε στην Κωνσταντινούπολη για τα νοκ-άουτ παιχνίδια, μιλήσαμε και κατ' ιδίαν, αλλά και τηλεφωνικά. Καταλάβαινε ότι οι υποχρεώσεις μου ήταν πολλές, ενώ φυσικά και ο ίδιος είχε αρκετή δουλειά με την Φενέρμπαχτσε. Στο τέλος, ήταν σίγουρα πολύ χαρούμενος για μένα. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως χάρηκε με το αποτέλεσμα του τελικού, αφού υποστήριζε την Σερβία».

Δεδομένης της τόσο καλής σχέσης σας, υπήρξε περίοδος που ο «Ζοτς» ζητούσε τη γνώμη σας για παίκτες που απασχολούσαν τις ομάδες του και αγωνίζονταν στο ΝΒΑ;

«Με τον Ζέλικο μιλάμε για τα πάντα. Σέβεται τη γνώμη μου, αλλά φυσικά δεν παίρνω ποτέ αποφάσεις για εκείνον. Σε όλες τις ομάδες που έχει υπάρξει, περιτριγυρίζεται από ανθρώπους που ξέρουν καλά το μπάσκετ. Στην Φενέρμπαχτσε έχει τον Μαουρίτσιο (σ.σ. Γκεραρντίνι, GM της ομάδας), ενώ στον Παναθηναϊκό υπάρχουν εξίσου ικανοί και έμπειροι άνθρωποι. Φυσικά, έχει τύχει να μιλήσουμε και για συγκεκριμένα ονόματα, αλλά είναι ο Ζέλικο και ξέρει πάντα να παίρνει τη σωστή απόφαση όπως έχει αποδείξει».

High-risk δουλειά η προπονητική στην Ελλάδα

Υπήρχε ένα χρονικό διάστημα πάντως που βρεθήκατε κοντά στο να γράψετε και το δικό σας όνομα στη λίστα με τους προπονητές του Παναθηναϊκού.

«Μεγάλωσα ως άνθρωπος του μπάσκετ και, αργότερα, ως προπονητής παρακολουθώντας τις εξελίξεις στο ευρωπαϊκό μπάσκετ και αγώνες της Euroleague. Ο Παναθηναϊκός του Ομπράντοβιτς ήταν μία ομάδα που με δίδαξε πολλά για τη δουλειά μου. Σέβομαι απεριόριστα τον Παναθηναϊκό ως club και σε διαβεβαιώνω πως ο σεβασμός για τον Παναθηναϊκό είναι παγκόσμιος, καθώς πρόκειται για ένα σπουδαίο brand στο χώρο του μπάσκετ.

Όσον αφορά στο παρελθόν, δεν υπάρχει λόγος να σκεφτόμαστε τι έγινε τότε. Και μόνο το γεγονός πως βρέθηκα σε συζητήσεις με μία τόσο μεγάλη ομάδα είναι ένα παράσημο στην καριέρα μου. Οι συνθήκες όμως δεν ήταν οι κατάλληλες τότε και είναι αλήθεια πως λυπάμαι γι' αυτό. Ωστόσο, όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Πρέπει να σου πω πάντως ότι γνωρίζω πάρα πολύ καλά πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το να δουλεύεις στην Ελλάδα και στις δύο τεράστιες ομάδες, τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Η πίεση και οι απαιτήσεις είναι τεράστιες και πρόκειται για high risk δουλειές όπως θα λέγαμε στις ΗΠΑ».

Είστε ένας Ευρωπαίους που κοουτσάρει κατά βάση τις ΗΠΑ, αλλά περνά το καλοκαίρια σε διεθνείς διοργανώσεις. Πόσο «ανοικτές» είναι οι κεραίες σας κάθε φορά που αντιμετωπίζετε μία άλλη ομάδα, προκειμένου να πάρετε ενδιαφέροντα στοιχεία από το πλάνο του αντίπαλου προπονητή;

«Είμαστε στον 21ο αιώνα και ο κάθε προπονητής έχει τη δυνατότητα, από την οθόνη ενός υπολογιστή, να δει αγώνες, προπονήσεις, σεμινάρια, να εμπλουτίσει τις γνώσεις του. Είναι αδύνατο να κρύψεις κάτι. Στην πράξη βέβαια είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον να βλέπεις από κοντά τις ιδέες των αντίπαλων προπονητών. Τόσα χρόνια που συμμετέχω στις διοργανώσεις της FIBA, αρχικά ως προπονητής της Γεωργίας και αργότερα της Σλοβενίας, έχω μάθει πάρα πολλά πράγματα, έχω επηρεαστεί από πάρα πολλούς προπονητές. Κάθε καλοκαίρι διαπιστώνω πως στους πάγκους υπάρχουν masterminds που ο κόσμος δεν γνωρίζει.

Η φύση του αθλήματος και η δομή του είναι τέτοια που η ανταλλαγή ιδεών ανάμεσα στους δύο κόσμους, της Ευρώπης και των ΗΠΑ, είναι ένα απόλυτα υγιές και σχεδόν επιβεβλημένο κομμάτι. Ζώντας στους πάγκους του ΝΒΑ, μπορώ να σου επιβεβαιώσω το γεγονός πως οι προπονητές της λίγκας εκτιμούν ειλικρινά τους Ευρωπαίους και φροντίζουν να εμπλουτίζουν τις γνώσεις και το playbook τους».

H καριέρα σας ως παίκτη ολοκληρώθηκε με άσχημο τρόπο. Ωστόσο, γνωρίζοντας τον εαυτό σας τόσο ως προπονητή όσο και ως παίκτη, τι γνώμη πιστεύετε πως θα είχε ο κόουτς Κοκόσκοφ για τον γκαρντ Κοκόσκοφ;

«Ο κόουτς Κοκόσκοφ θα ήταν δίκαιος. Αν ήμουν καλός, θα έπαιζα (γέλια). Όταν είχα εκείνο το ατύχημα, ήξερα ότι με κάποιον τρόπο θα μείνω κοντά στο μπάσκετ. Η καρδιά μου ήταν πάντα αφιερωμένη στο μπάσκετ. Δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου πως μεγαλώνοντας θα κάνω κάτι που δεν θα έχει σχέση με το μπάσκετ. Πάντως, μπορώ να πω με σιγουριά πως ως παίκτης δεν θα έφτανα καν κοντά σε αυτό που κατάφερα ως προπονητής».

Θα ανταλλάζατε το χρυσό μετάλλιο με την ευκαιρία να μάθετε ποιο ήταν τελικά το potential σας ως παίκτης;

«Δεν θα το έκανα. Δεν είμαι αχάριστος, εκτιμώ την κάθε μέρα από όσες έχω ζήσει ως προπονητής και δεν θα άλλαζα όσα έχω κάνει κι έχω πετύχει με τίποτα».

Close
Ο πρωταθλητής Ευρώπης, Ιγκόρ Κοκόσκοφ στο SDNA!
Χρόνος ανάγνωσης: 14’