MENU

«Δεν έχω γράψει βιβλίο, αλλά θα σου αποκαλύψω ότι έχω δημιουργήσει κάτι σαν λεύκωμα, στο οποίο θα έβαζα τίτλο ‘οι 280 ημέρες με τον Κόουτς Κ’. Στις περίπου 30 σελίδες του, έχω καταγράψει όλες τις ομιλίες του Μάικ Σιζέφσκι στα meeting με την ομάδα του Ντουκ τη σεζόν 1998-99. Μια σεζόν, κατά την οποία δεν ευτύχησε να κατακτήσει το πρωτάθλημα, αλλά έφτασε ως τον τελικό, όπου ηττήθηκε με τρεις πόντους από το Κονέκτικατ. Και πώς τα φέρνει η ζωή; Εχασε από ένα παιδί, τον Αλμπερτ Μούρινγκ, τον οποίο μερικά χρόνια αργότερα είχα παίκτη μου στον Απόλλωνα Λεμεσού. Μικρός που είναι ο κόσμος», θυμάται με νοσταλγία ο Νίκος Λινάρδος και παίρνει την ιστορία του με τον Κόουτς Κ από την αρχή.

Ηταν η δεύτερη χρονιά του στις ΗΠΑ, όπου είχε αποφασίσει να πάει για μεταπτυχιακές σπουδές στην αθλητική διοίκηση. Ο πρώτος προορισμός ήταν το επίσης θρυλικό Νορθ Καρολάινα του Ντιν Σμιθ (και του Μάικλ Τζόρνταν φυσικά) και ο δεύτερος το Ντουκ του Μάικ Σιζέφσκι. Και τις δύο σεζόν ο Λινάρδος ήταν αυτό που λένε στην Αμερική «volunteer assistant coach», τουτέστιν εθελοντής βοηθός προπονητή. «Παρακολουθούσα όλες τις προπονήσεις, όλα τα meeting, το σκάουτινγκ, τα πάντα, ενώ στους αγώνες καθόμουν στην πρώτη σειρά πίσω από τον πάγκο», εξηγεί τον ρόλο του και θυμάται πως υπήρχε η σκέψη για μόνιμη εγκατάσταση στις ΗΠΑ μετά το πέρας των δύο σεζόν, αλλά αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα και να εργαστεί στο Μαρούσι ως ασίσταντ κόουτς του Βαγγέλη Αλεξανδρή. Αυτό, όμως, είναι μια άλλη ιστορία…

«Στην καθημερινή επαφή με τον Σιζέφσκι, μου έκαναν τρομερή εντύπωση αρκετά πράγματα. Το Ντουκ δεν χρησιμοποιούσε καθόλου pick n roll. Ο κόουτς σχεδόν απαγόρευε το σκριν στην μπάλα. Η ομάδα του είχε τόσο πλούσιο ταλέντο, ώστε ήθελε να βοηθήσει τους παίκτες του να γίνουν καλύτεροι με άλλους τρόπους. Εκείνη τη σεζόν, στο Ντουκ έπαιζαν ο Ελτον Μπραντ, ο Σέιν Μπατιέ, ο Ουίλιαμ Εϊβερι, που αγωνίστηκε και στην Ελλάδα, ο Τρέιαν Λάνγκτον, που έκανε μεγάλη καριέρα στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας και ο Κόρεϊ Μαγκέτι, που ήταν να έρθει στον ΠΑΟΚ τη χρονιά του λοκ άουτ. Οι επιθέσεις του είχαν πολλή κίνηση και πολλά σκριν μακριά από την μπάλα και αυτό δεν περίμενα να το δω σε ένα κορυφαίο πρόγραμμα», αποκαλύπτει ο 51χρονος κόουτς και θυμάται ένα ακόμη στοιχείο του σπουδαίου προπονητή. 

«Κάθε εβδομάδα έχρηζε και άλλο παίκτη αρχηγό της προπόνησης. Ονομαζόταν ‘leader of the week’ και έδινε το πρόσταγμα στις ασκήσεις προθέρμανσης, στις ασκήσεις με μπάλα, τα λεγόμενα drills. Ηταν ο αρχηγός, ο οποίος κατεύθυνε τους συμπαίκτες του. Εκείνο, όμως, που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν μια τακτική του, που έμοιαζε με… αναφορά στον στρατό. Εβαζε τους παίκτες να αξιολογήσουν τον κάθε συμπαίκτη του. Για παράδειγμα ρωτούσε: ‘Ποιος είναι ο καλύτερος σουτέρ μας;’ Απαντούσαν όλοι με τη σειρά. Μετά ρωτούσε: ‘Ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης με πλάτη;’ Και πήγαινε λέγοντας. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει ότι ο καλύτερος σουτέρ έπρεπε να παίρνει τα πιο πολλά σουτ, ο καλύτερος ψηλός να τελειώνει περισσότερες επιθέσεις και ούτω καθεξής. Δεν το όριζε, όμως, αυτός. Εβαζε τους παίκτες του σε αυτή τη διαδικασία αναγνώρισης του καλύτερου συμπαίκτη και έτσι διαχωρίζονταν οι ρόλοι. Το έκανε ζητώντας πάντα από τους παίκτες του να κοιτάζουν στα μάτια τον συμπαίκτη τους, διότι έλεγε πως μόνον έτσι μπορεί να λειτουργήσει μια ομάδα, με ειλικρίνεια».

Ασφαλώς, ο Νίκος Λινάρδος αναρωτήθηκε, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι του μπάσκετ, για ποιο λόγο ο Σιζέφσκι δεν αποφάσισε κάποια στιγμή να εργαστεί στο ΝΒΑ, από όπου δεχόταν συχνά προτάσεις. «Οταν τον είχα ρωτήσει, μου απάντησε ότι στο ΝΒΑ δεν θα είχε την αναγνώριση που τύγχανε στο Κολεγιακό Πρωτάθλημα και ειδικά στον οργανισμό που λέγεται Ντουκ. ‘Στο ΝΒΑ δεν είσαι ποτέ σίγουρος για τη διάρκεια και την αναγνώριση. Ενώ στο Κολέγιο, κάθε τέσσερα χρόνια βγάζω καινούργιους παίκτες’, μου έλεγε. Την ίδια άποψη είχε και ο άλλος μεγάλος θρύλος του NCAA, ο Ντιν Σμιθ, με τον οποίο πέρασα την πρώτη σεζόν στο Νορθ Καρολάινα. Βέβαια, ο Σιζέφσκι είχε την τύχη να κοουτσάρει την Εθνική ΗΠΑ σαρώνοντας τους τίτλους μετά την ήττα από την Ελλάδα στην Ιαπωνία, οπότε συνεργάστηκε και με τους καλύτερους παίκτες του ΝΒΑ».

Ποια ήταν η πιο συνηθισμένη φράση του Κόουτς Κ; «Το ‘let’s go together’, δηλαδή πάμε όλοι μαζί. Και επίσης, αγαπημένη του κίνηση προς τους παίκτες του ήταν η υψωμένη γροθιά, που την συνόδευαν τα εξής λόγια: ‘Ετσι πρέπει να είναι μια ομάδα μπάσκετ. Αν χωριστεί ένα δάχτυλο από τα πέντε, χάνεται η έννοια της ομάδας’.», εκμυστηρεύεται ο Λινάρδος και θυμάται πότε ο Σιζέφσκι γινόταν… μπαρούτι. «Μόνο με έναν τρόπο γινόταν έξαλλος. Αν κάποιος διέκοπτε την ομιλία του προς τους παίκτες. Ετσι, όπως ήταν δομημένες οι εγκαταστάσεις του Ντουκ, χρειαζόταν να περάσεις μέσα από το γήπεδο για να φτάσεις σε συγκεκριμένα κτίρια. Ε, λοιπόν, ούτε ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου δεν τολμούσε να διακόψει την ομιλία του, η οποία για τον κόουτς Κ είναι ιερή. Περίμενε να τελειώσει και μετά περνούσε για να πάει στη δουλειά του και αυτό το τηρούσαν όλοι. Οσοι δεν ήξεραν και έκαναν το λάθος, άκουγαν άγρια κατσάδα και την επόμενη φορά το ξανασκέφτονταν ή διάλεγαν άλλο δρόμο».

Οσο για τον προγραμματισμό του; «Είχε ένα πρόγραμμα, από το οποίο δεν παρέκκλινε ποτέ. Στις προπονήσεις τα πάντα ήταν κωδικοποιημένα, ώστε να μην χάνεται καθόλου χρόνος. Ηξεραν όλοι για παράδειγμα ότι το ‘3 men’ αφορούσε το γνωστό ‘figure 8’. Κάθε άσκηση είχε την ονομασία της και όφειλαν να το γνωρίζουν όλοι. Το μεσημέρι μετά τις προπονήσεις έτρωγε μαζί με την ομάδα και μετά πήγαινε στο σπίτι του, ενώ είχε ένα δικό του δωμάτιο, όπου γυμναζόταν. Συγκεκριμένα, του άρεσε να τρέχει σε διάδρομο, ενώ πολλές φορές ακολουθούσε τις ασκήσεις με βάρη μαζί με τους παίκτες του. Θυμάμαι ότι μια φορά μου είχε αποκαλύψει ποιο εθιμοτυπικό ακολουθούσε, όταν γύριζε σπίτι μετά τα ματς. Κλεινόταν σε ένα δωμάτιο μόνος του, έβαζε κλασική μουσική και έβλεπε το παιχνίδι χωρίς τη φωνή του σχολιαστή. Αυτό το έκανε έπειτα από κάθε ματς, ήταν πάντα η αγαπημένη του συνήθεια. Επιπροσθέτως, είναι πολύ καλός οικογενειάρχης, εξαιρετικός πατέρας. Εχει τρεις κόρες και ήδη έχει γίνει παππούς».

Αραγε, ζητούσε τη γνώμη ή έστω απηύθυνε τον λόγο σε έναν εκκολαπτόμενο προπονητή από την Ελλάδα; «Οπως σας είπα, στο Ντουκ ήμουν εθελοντής ασίσταντ κόουτς. Κυρίως παρακολουθούσα, δεν είχα ενεργό ρόλο. Επειτα, όμως, από κάθε προπόνηση, ρωτούσε τη γνώμη μου. Την απαιτούσε, γιατί αν δεν είχα κάτι να πω, θα σήμαινε ότι ήταν ανιαρή χωρίς ενδιαφέρον. Ετσι, πάντα παρατηρούσα κάτι και έκανα ερωτήσεις για να του δείξω πόσο πολύ με ενδιέφερε η φιλοσοφία του. Ο κόουτς Σιζέφσκι είναι ένας μεγάλος προπονητής και εγώ τυχερός που πέρασα 280 ημέρες μαζί του. Η σχέση που δημιουργήσαμε κρατάει μέχρι σήμερα και μόλις πληροφορήθηκα ότι πέτυχε την χιλιοστή νίκη του, αμέσως επικοινώνησα με την ιδιαιτέρα του για να τον συγχαρώ. Αν το λεύκωμα, που έχω φτιάξει, γίνει ποτέ βιβλίο με περισσότερα και διαφορετικά κεφάλαια, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος του θα είναι αφιερωμένο στον Κόουτς Κ»…

Ο δικός μου κόουτς Κ
EVENTS