MENU

Αν θέλεις να νιώσεις άβολα, ζήτα την αλήθεια.

Αν θέλεις να νιώσεις όμορφα, ζήτα μερικά μασκαρεμένα ψέματα.

Αν θέλεις να νιώσεις πρωτόγνωρα, ζήτα κάτι που δεν έχεις δοκιμάσει.

Αν θες να νιώσεις ξέγνοιαστα, ζήτα μουσική.

Αν θες να νιώσεις απελευθερωτικά, ζητά αγάπη.

Κι αν θες να νιώσεις τι θα συμβεί, ζήτα να καταλάβεις το παρελθόν.

«Είμαι ένας άνθρωπος που έχω μεγαλώσει διαφορετικά. Δε βιώνω την ήττα με τραγικότητα, ούτε τη νίκη με ευφορία. Θεωρώ ότι είναι καταστροφικό για όποιον το βλέπει με αυτό τον τρόπο. Όποιος σκέφτεται ότι ένας παίκτης είναι ο καλύτερος του κόσμου τη μια μέρα και ο χειρότερος την επόμενο. Όποιος θεωρεί ότι ένας προπονητής είναι κορυφαίος, προετοιμάζει τα πάντα, αναλύει τέλεια τον αντίπαλο, τα κάνει όλα σωστά μέχρι δύο ώρες πριν αρχίσει το ματς, αλλά αν χάσει είναι άσχετος. Ή ότι αν χάσει από την ΤΣΣΚΑ και τη Ρεάλ, πρέπει να δεχτεί έντονη κριτική…».

Κάπως έτσι εισαγόμαστε στο #radonism! Το κίνημα που στηρίζει τον Ντέγιαν Ράντοβιτς, κόντρα σε εκείνο που ενίοτε τον χλευάζει, το #radonjizam. Για τη Σερβία μιλάμε, άλλωστε. Για τον Ερυθρό Αστέρα, κατά κύριο λόγο. Δε διαφέρουμε και πολύ – ίσως να μην διαφέρουμε και σε τίποτα. Έντονα συναισθήματα, διακοπές αγώνων, κινητό στο κεφάλι και μια σχολή φιλάθλων μπάσκετ, που ζουν για τη νίκη. Ο 52χρονος προπονητής τα έχει ζήσει όλα! Και έρχεται στην Ελλάδα για να ζήσει ακόμα περισσότερα και για να οδηγήσει τον Παναθηναϊκό, εκεί όπου κάποτε οδήγησε τον Ερυθρό Αστέρα: Στην επιστροφή στην κορυφή!

Ο Άτσα και η άμυνα!

Το μπάσκετ για τον Ντέγιαν Ράντονιτς δεν είναι επαγγελματική απασχόληση. Όχι απλά… Όχι έτσι απλά. Αλλά, από την άλλη, για ποιον Σέρβο ή για ποιον που μεγάλωσε στην πρώην ενωμένη Γιουγκοσλαβία είναι; Κάποια στιγμή τον ρώτησαν αν αληθεύει ότι οι διακοπές του ως προπονητής διαρκούν μέχρι το επόμενο πρωινό του τελευταίου αγώνα της σεζόν κι έσπευσε να τους διορθώσει… «Όχι! Ακόμα και το ίδιο το βράδυ για μπάσκετ θα μιλάω». Ζει το παιχνίδι, ζει όλες τις παραμέτρους της επαγγελματικής του ιδιότητας – έχει έντονες αντιδράσεις, κάνει γκριμάτσες, μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο, τσαλακώνεται, δεν του καίγεται καρφί για την εικόνα του. Η γυναίκα του παρακολουθεί όλα του τα παιχνίδια από τότε που έγινε επαγγελματίας προπονητής, τον ακολούθησε στην Γερμανία, ο γιος του είναι προπονητής, η κόρη του είναι νομικός, ο Ζντράβκο Τσόλιτς είναι ο αγαπημένος του μουσικός, αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά με την πορεία του; Ακριβώς ότι δεν έχουν καμία σχέση με την πορεία του.

«Έχω ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Το μπάσκετ είναι το πάθος μου, και ήμουν ευλογημένος που μπόρεσα να το ακολουθήσω τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής. Ακόμα και όταν έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, πηγαίνω για περπάτημα ώστε να σκεφτώ. Τι σκέφτομαι; Συστήματα, τακτικές, ή τον επόμενο αντίπαλο. Οι καλύτερες ιδέες μού έρχονται ενώ περπατάω. Ξέρετε ποιο είναι το αστείο; Όταν θα βγω με φίλους για να χαλαρώσω, πάντα θα καταλήγουμε να μιλάμε για μπάσκετ. Οπότε, είναι λίγο-πολύ όλη μου η ζωή!».

Η ζωή αυτή ξεκίνησε στα πρώτα χρόνια της εφηβείας. Ανάμεσα σε ποδόσφαιρο, βόλεϊ και μπάσκετ, αφού ο νεαρός Ντέγιαν ήθελε ένα άθλημα για τον ελεύθερό του χρόνο. Το ύψος τον οδήγησε στο μπάσκετ και από εκεί ξεκίνησαν όλα… Μπούντουσνοστ, Τίτογκραντ, ντεμπούτο στο πρωτάθλημα του Μαυροβουνίου σε ηλικία 15 ετών, ντεμπούτο στο πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας 17 ετών. Πήγε στρατό, επέστρεψε, πέρασε από διάφορες ομάδες, έφτασε δύο φορές πολύ κοντά στη μεταγραφή του στον Ερυθρό Αστέρα, έπαιξε με συμπαίκτες που ξέρουν καλά να του πουν για τον Παναθηναϊκό (Τομάσεβιτς, Σκεπάνοβιτς, Βούκσεβιτς, Τόπιτς), κατέκτησε τρία πρωταθλήματα και ένα κύπελλο Γιουγκοσλαβίας, και νωρίς κατάλαβε ότι η ζωή του θα ήταν πάντα στο παρκέ.

«Ήμουν αρκετά αφοσιωμένος στο μπάσκετ. Έκανα σκληρή προπόνηση, δούλευα πολύ, το αγαπούσα. Ήταν ακόμα στις αρχές του 2000 όταν άκουσα για πρώτη φορά ότι θα μπορούσα να γίνω προπονητής στην Μπούντουσνοστ, παρότι ήμουν ακόμα παίκτες. Ήμουν 30 χρονών και ευτυχώς και για τις δύο πλευρές δεν έγινε, γιατί δεν ήταν το καλύτερο timing. Όμως ήταν προφανές πως το επόμενο βήμα ήταν στο μυαλό όλων. Άρχισα να το προετοιμάζω νωρίς. Χρησιμοποίησα το διάστημα που έπαιξα στην Βοϊβοντίνα για να σπουδάσω στο Βελιγράδι και να πάρω το δίπλωμα προπονητή».  

Το θέμα ήταν τι προπονητής θα γινόταν; Γιατί ως παίκτης… Είχε φέρει στα όρια του μέχρι και τον σπουδαίο Άτσα Νίκολιτς. Τον θρύλο. Τον δάσκαλο. Τον μοναδικό. Συνεργάστηκαν για έναν χρόνο στην FMP και η συνύπαρξή τους αποτελεί δικαίωση της έκφρασης «γίνεσαι αυτό που φοβάσαι». Ή κάπως έτσι, τουλάχιστον. «Ο κόσμος ξέρει ότι δεν ήμουν καλός αμυντικός και ο καθηγητής επέμενε στην άμυνα. Εκείνους τους μήνες που ήταν προπονητής μας, έμαθα πολλά, τα οποία αργότερα χρησιμοποίησα ως προπονητής. Ήταν πολύ σημαντικό διάστημα για μένα και για τη μετέπειτα πορεία μου. Έλειπα από την ομάδα για τρεις μήνες λόγω πνευμονίας και όταν επέστρεψα χρειάστηκα χρόνο για να επανέλθω και εντέλει καταφέραμε να παίξουμε στους τελικούς. Αλλά καλός αμυντικός δεν ήμουν. Ο Νίκολιτς ήταν πολύ απαιτητικός και ο καθένας μας μπορούσε να μάθει πολλά από εκείνον για να γίνει αργότερα προπονητής... Όμως δεν ήμουν ο τύπος παίκτης που του άρεσε».

Για να ακριβολογούμε, ο Ντέγιαν Ράντονιτς δεν ήταν ο τύπος παίκτη που θα άρεσε στον προπονητή Ντέγιαν Ράντοβιτς.

Εν αρχήν ην η άμυνα!

Το περιμένατε, έτσι δεν είναι; Ο παίκτης που τεμπέλιαζε λίγο στην άμυνα και την έβλεπε ως απαραίτητο κακό, έγινε θιασώτης της άμυνας ως προπονητής. Κοινή συνισταμένη των ομάδων του; Η άμυνα. Κοινή γραμμή σε όσα θα σου πουν οι παίκτες του για εκείνον; Η άμυνα. Μα, πώς του συνέβη αυτό;  

«Αν δεν παίξεις άμυνα με τον Ράντονιτς, δε θα παίξεις καθόλου».

«Μου αρέσει το γεγονός ότι απαιτεί 100% σε κάθε προπόνηση και ότι όλα ξεκινάνε από την άμυνα. Δουλεύουμε πολύ στην άμυνα».

«Η πλάνο της προπόνησής του είναι πάντα ξεκάθαρο: Πολύ έντονη και ενδελεχώς προγραμματισμένη προπόνηση».

«Ο τρόπος που παίζει είναι παλαιάς σχολής. Θέλει να έχει ένα αληθινό πεντάρι, και θέλει το πλέι μέικερ του να είναι οργανωτής του παιχνιδιού».

«Μού έβγαλε πράγματα που δεν ήξερα ότι θα έχω – όπως το να παίζω άμυνα. Μερικές φορές με άφηνε να προπονούμαι για ώρες, ώστε να φτάσω στο σημείο που πρέπει. Γνωρίζει καλά πώς να φερθεί σε κάθε παίκτη. Η επικοινωνία είναι πολύ σημαντική για εκείνον».

Ποιος είπε τι; Λίγη σημασία έχει… Ο Ντέγιαν Ράντοβιτς είναι προπονητής 17 χρόνια. Κατέκτησε έξι πρωταθλήματα και έξι κύπελλα στο Μαυροβούνιο στα οκτώ χρόνια που έμεινε στην Μπούντουσνοστ. Έφυγε μόνο όταν ήρθε το κάλεσμα του Ερυθρού Αστέρα. «Ποτέ, σε κανένα σημείο, δε σκέφτηκα να αφήσω τη δουλειά μου εδώ, ανεξαρτήτως πόσο δύσκολη γινόταν. Να καταφέρνεις να βγάζεις τον εαυτό σου από τη δυσκολία και να μην τα παρατάς, είναι τεράστια υπόθεση. Όχι μόνο στον αθλητισμό, αλλά και στη ζωή».

Ανέλαβε τον Ερυθρό Αστέρα τον Απρίλιο του 2013. Δεν ήταν νεαρός σε ηλικία, είχε φτάσει τα 43. Θα τον έλεγες, όμως, ρούκι για το επίπεδο. Στην πρώτη του χρόνια δεν έκανε και πολλά. Αναδείχθηκε κορυφαίος προπονητής στην ABA League, αλλά απέτυχε στα πλέι οφ. Ένα χρόνο μετά, ωστόσο, οδήγησε την ομάδα του στην κορυφαία σεζόν της ιστορίας του. Κύπελλο, πρωτάθλημα, και ABA League. Να πέσει ο αστερίσκος:

  • Ο Ερυθρός Αστέρας δεν είχε κατακτήσει ΠΟΤΕ το πρωτάθλημα Σερβίας και τελευταίος τίτλος πρωταθλήματος ήταν το 1998, με το πρωτάθλημα Σερβίας και Μαυροβουνίου. Επίσης ήταν η πρώτη κατάκτηση της Αδριατικής λίγκας.

«Για να είμαι ειλικρινής ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει τι ακριβώς καταφέραμε», έλεγε τότε. «Είχαμε τόσες υποχρεώσεις καθημερινά, τόσα πράγματα που έπρεπε να σκεφτούμε, τόσες όμορφες στιγμές. Ήταν φανταστικά. Αναμφίβολα το 2015 ήταν καλύτερη σεζόν για τον Ερυθρό Αστέρα και για μένα ως προπονητής».

Τα επιτεύγματα του 2015, τα οποία μεταξύ άλλων περιλάμβαναν και θετικό ρεκόρ στην ευρωλίγκα, επαναλήφθηκαν τόσο το 2017 και το 2021, όσο και φέτος. Ίδιοι οι τίτλοι, παρά το αντίπαλο δέος της Παρτιζάν και του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, έστω κι αν οι τελικοί του πρωταθλήματος δεν παίχτηκαν ποτέ. Ενδιάμεσα υπήρχαν κι άλλες στιγμές, άξιες αναφοράς. Η πορεία του με τον Ερυθρό Αστέρα το 2016 (σ.σ. αποκλείστηκε στα πλέι οφ από την ΤΣΣΚΑ, φτάνοντας μια ανάσα από το break στη Μόσχα) έφερε τις πρώτες προτάσεις και ο υποψήφιος για coach της χρονιάς στην ευρωλίγκα, φλέρταρε με Εφές Πίλσεν και Μπασκόνια, πριν αποφασίσει να συνεχίσει στο Βελιγράδι. Ήταν, άλλωστε, τέτοιο το συναίσθημα που ήθελε να μείνει για να ολοκληρώσει το έργο του.

Το 2017 ένιωσε ότι ήρθε ο καιρός να ψάξει κάτι διαφορετικό. Έφυγε από τον Ερυθρό Αστέρα και έμεινε στην ανεργία για μερικούς μήνες, όταν ήρθε η πρόταση από την Μπάγερν. Τον Απρίλιο αντικατέστησε τον Σάσα Τζόρτζεβιτς, κατέκτησε δύο πρωταθλήματα στην Γερμανία, ωστόσο η συνεργασία του με την ομάδα του Μονάχου λύθηκε – παρά το 14 στα 14 στο γερμανικό πρωτάθλημα – τον Ιανουάριο του 2020 λόγω κακών αποτελεσμάτων στην ευρωλίγκα. Επέστρεψε στα γνώριμα λημέρια. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου τέθηκε εν νέου επικεφαλής του τεχνικού τιμ του Ερυθρού Αστέρα και ήξερε ακριβώς τι πρέπει να κάνει. Πρωτάθλημα, κύπελλο, Αδριατική λίγκα.

Και άμυνα coach, σωστά;

Σωστά!

Πώς αλλιώς θα διατηρηθεί το #radonjism;

#radonjism!
EVENTS