MENU

Ο λόγος για τον Μιχάλη Ρωμανίδη, ο οποίος μαζί με τον Παναγιώτη Καρατζά ήταν οι νεαρότεροι (21 ετών) εκείνης της ομάδας, που ξεκίνησε με στόχο την οκτάδα και έφτασε τελικά στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο «Μάικ» έπαιξε στα περισσότερα παιχνίδια, θυμάται έντονα τα δικά του καλά παιχνίδια απέναντι σε Ισπανία (8π.), Γαλλία (7π.) και φυσικά τον τελικό με τη Σοβιετική Ένωση (3π.) και χαρακτηρίζει αυτό απέναντι στους Γάλλους ως το πιο κομβικό για την ελληνική ομάδα. Ανασύρει ακόμα στη μνήμη του τις συμβουλές του συγκατοίκου του, Νίκου Γκάλη, αλλά και τον… οπαδό Νίκο Φιλίππου που πετούσε φωτοβολίδες!

Πέρασαν 35 χρόνια από εκείνο τον ασύλληπτο θρίαμβο…

«Ναι, πέρασαν τόσα χρόνια και θυμόμαστε αυτές τις μέρες σαν να ήταν χθες. Είναι τόσο έντονες οι αναμνήσεις, στιγμές που τις έχουμε χαραγμένες για πάντα στο μυαλό μας, αλλά αυτή την περίοδο όλα γίνονται πάντα πιο μεγάλα.

Όσα ζήσαμε υπάρχουν μέσα μας ανεξίτηλα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο, συνέβη για πρώτη φορά και η χαρά μας όπως και όλων των Ελλήνων ήταν απερίγραπτη. Μοναδικά τα συναισθήματα. Όλος ο κόσμος είχε τόσο ενθουσιασμό και τόση χαρά, τα βλέπαμε μπροστά μας και ανατριχιάζαμε. Καταλαβαίναμε από τις αντιδράσεις του κόσμου πόσο μεγάλο ήταν αυτό που είχαμε πετύχει.

Ακόμα και σήμερα που... γεράσαμε ο κόσμος μας θυμάται με αγάπη, μας αναγνωρίζει και μας μιλάει. Πριν λίγο (σ.σ. η τον πετύχαμε στην παραλία) δύο οικογένειες ήρθαν και μιλούσαμε για την Εθνική, τον Άρη, πόσα πέτυχε εκείνη η γενιά και χαμογελούσαμε όλοι σαν μικρά παιδιά. Είναι ανεκτίμητο όλο αυτό που συνέβη τότε και το εισπράττουμε ακόμα και σήμερα».

Μιλάτε με τα… παιδιά από εκείνη την ομάδα;

«Φυσικά, έχουμε επικοινωνία. Εγώ με τον Παναγιώτη (Γιαννάκη), τον Νίκο (Λινάρδο) και τον Νίκο (Φιλίππου) μιλάμε τακτικά, κάνουμε πλάκες, θυμόμαστε τα παλιά. Ο Λινάρδος, τέτοιες μέρες, πάντα έρχεται και μας λέει… Χρόνια Πολλά για εκείνη τη μέρα που πήραμε το τρόπαιο».

Ο στόχος τότε ήταν όντως η οκτάδα ή κάτι παραπάνω που απλά δεν θέλατε να βγει προς τα έξω;

«Ξεκάθαρα ο αντικειμενικός μας στόχος ήταν η οκτάδα. Αυτό θέλαμε και για να το πετύχουμε έπρεπε να κερδίσουμε τη Γαλλία (82-69). Αν χάναμε εκείνο το τελευταίο ματς στον όμιλο θα μέναμε εκτός συνέχειας. Και αυτό το παιχνίδι ήταν το πιο σημαντικό της διοργάνωσης τελικά απέναντι σε μια ομάδα με παρόμοια δυναμική με τη δική μας. Δεν ήταν εύκολο, είχαμε πολύ άγχος και πίεση για τη νίκη γιατί αν αποκλειόμασταν θα ήταν αποτυχία. Παίζαμε στη χώρα μας, με 15.000 κόσμο, είχαμε μια καλή ομάδα και γνωρίζαμε πως μπορούμε να μπούμε στους 8. Το θυμάμαι πολύ καλά αυτό το παιχνίδι, είχα παίξει και αρκετό χρόνο τότε (σ.σ. είχε σκοράρει 7 πόντους).

Και αφού το καταφέραμε, μετά έφυγε το άγχος, λυθήκαμε καθώς είχαμε πετύχει τον στόχο μας. Και όλα τα υπόλοιπα παιχνίδια ερχόντουσαν ένα-ένα. Και όταν κερδίσαμε την Ιταλία και μπήκαμε στην τετράδα ήταν σαν να είχαμε ήδη κατακτήσει τον τίτλο! Είχαμε πολύ καλό κλίμα, ήμασταν αγαπημένοι μεταξύ μας και καλοί φίλοι. Γνωριζόμασταν και μπασκετικά πολύ καλά από τις ομάδες μας αλλά και από το Μουντομπάσκετ του ’86 που είχαμε κάνει καλή πορεία».

Δεν συζητήσατε ποτέ για τη πιθανότητα χρυσού μεταλλίου;

«Όχι, κανένας δεν πίστευε ότι μπορεί να φτάσουμε εκεί και κανείς δεν το έλεγε ούτε για… πλάκα. Ούτε καν ο… Φιλίππου! Είχαμε να κάνουμε με μεγαθήρια του μπάσκετ. Όλα ήρθαν παιχνίδι με παιχνίδι. Και όπως είπα και πριν, μετά τη Γαλλία όλα ήταν διαφορετικά. Έβγαινε μια κρυφή επιθυμία από μέσα μας , βλέπαμε πως αντιδρούσε η ομάδα στα ματς με την Ιταλία και τη Γιουγκοσλαβία και μαζί με το πάθος και τον ενθουσιασμό του κόσμου, όλο αυτό που είχε δημιουργηθεί μας έδινε δύναμη για να φτάσουμε… όπου πάει. Μόνο στον τελικό είπαμε ότι εδώ που είμαστε πάμε να τα δώσουμε όλα και ότι γίνει. Θα ματώσουμε για την πρωτιά».  

Eίχα τρομερό άγχος και έλεγα “Βάλε μία βολή ρε Αργύρη”

Στις βολές του Αργύρη Καμπούρη στην παράταση του τελικού κάποιοι δεν άντεχαν να τις δουν…

«Ναι, ο Φιλίππου δεν κοιτούσε. Ήταν κι άλλοι. Εγώ είχα τρομερό άγχος, δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά μόνο την στιγμή των βολών. Έλεγα, μια από μέσα μου, μια φωναχτά: “Βάλε μία βολή ρε Αργύρη, βάλε τη μία”. Ξέραμε πως ο Αργύρης δεν ήταν ο καλύτερος στις βολές, όμως τις… χλάτσωσε. Αξέχαστες στιγμές και μετά χαμός στο γήπεδο. Ο κόσμος παραληρούσε, μας αγκάλιαζε, μας φιλούσε».

Μετά τον τελικό αργήσατε πολύ να φτάσετε στο ξενοδοχείο…

«Είχε τόσο κόσμο στους δρόμους, χιλιάδες. Απερίγραπτο σκηνικό. Δεν το έχω ξαναζήσει. Θυμάμαι πως κάναμε πάρα πολύ ώρα να φτάσουμε στο ξενοδοχείο μας. Το λεωφορείο αναγκάστηκε να αλλάξει διαδρομή, ο κόσμος ήταν παντού με ελληνικές σημαίες και μας αποθέωνε. Εκείνο το βράδυ κανένας δεν κοιμήθηκε. Πολλοί βγήκαν να διασκεδάσουν στα μαγαζιά, άλλοι μείναμε μέσα. Ήταν μια… τρέλα».

Ποιο είναι το πιο τρελό, ακραίο σκηνικό που θυμάστε;

«Με τον κόσμο γενικά επικρατούσε ένας πανζουρλισμός. Αλλά θυμάμαι, και γελάω, τον Φιλίππου. Είχε βγει στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου και πετούσε φωτοβολίδες που του τις είχε δώσει κάποιος. Τις εκτόξευε στον ουρανό και του λέγαμε όλοι “Νικόλα, πρόσεχε ρε θα ρίξεις κανένα αεροπλάνο”. Δεν σταματούσε και ο κόσμος κάτω να έκανε πάρτι».

Μας έδωσε ώθηση η νίκη επί της Ρουμανίας, μας πείσμωσε η ήττα από την Ισπανία

Πιο δύσκολο ήταν να βλέπεις τα ματς από τον πάγκο ή να είσαι μέσα;

«Απ’ έξω είναι το δύσκολο. Έχεις τρομερό άγχος και θες να μπεις να βοηθήσεις. Σε εκείνη την ομάδα όμως όλοι παίζαμε, όλοι είχαμε έναν ρόλο. Ήμασταν όλοι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να μπούμε και να παίξουμε. Θυμάμαι τον αγώνα με την Ισπανία πολύ καλά, το πώς χάσαμε και πως μας πείσμωσε. Ακόμα και την πρεμιέρα με τη Ρουμανία θυμάμαι. Η νίκη εκείνη μας έδωσε φοβερή ώθηση για τη συνέχεια. Κάθε ματς είχε ξεχωριστή σημασία».

Με τον Νίκο Γκάλη ήσασταν μαζί στο δωμάτιο. Πως το αντιμετώπιζε όλο αυτό;

«Ήμασταν συγκάτοικοι για χρόνια και στον Άρη και στην Εθνική. Ήταν τέρας ψυχραιμίας, δεν έδειχνε τα συναισθήματά του. Σαν μικρότερος που ήμουν με συμβούλευε για το πώς έπρεπε να βλέπουμε μπροστά. Δεν είχε άγχος και είχε τον ίδιο τρόπο σκέψης με όλη την ομάδα. “Πάμε στους 8 και βλέπουμε Μάικ ” μου έλεγε και τον έβλεπα πόσο ήρεμος και ατάραχος ήταν».

Πόσο σας άλλαξε εκείνη η επιτυχία;

«Σίγουρα μας έδωσε περισσότερη αυτοπεποίθηση και ψυχολογία για τη συνέχεια στις ομάδες μας. Αλλά νομίζω δεν μας άλλαξε καθόλου σαν προσωπικότητες, σαν άτομα.  Όλοι μας ήμασταν προσγειωμένοι , κανείς δεν καβάλησε το καλάμι, το ξέρω πολύ καλά, κανείς δεν άλλαξε τον χαρακτήρα του. Ωστόσο αυτή η επιτυχία άλλαξε τη ζωή μας και ουσιαστικά εξασφάλισε κατά κύριο λόγο το μέλλον μας».

Τι έχετε κρατήσει από αντικείμενα από το 1987;

«Έχω κάποια λάβαρα της Εθνικής και κάποια ακόμα με το σήμα του Πελαργού, που ήταν η μασκότ τότε. Τα περισσότερα από φανέλες, σορτσάκια, μπάλες κι άλλο εξοπλισμό τα έχω δωρίσει σε φιλανθρωπίες, όπως και οι περισσότεροι έκαναν από την ομάδα. Τα δώσαμε για καλό σκοπό, αλλά έχω κρατήσει το μετάλλιο. Και κάθε χρόνο τέτοια μέρα χαζεύω στην τηλεόραση ξανά τον τελικό».

Ρωμανίδης στο SDNA για το '87: «Οι φωτοβολίδες του Φιλίππου, οι συμβουλές του Γκάλη και ο… χλατς Καμπούρης»
EVENTS