MENU
Χρόνος ανάγνωσης 16’

Κλωναρίδου-Παπουτσόγλου στο SDNA: «Κάθε έκπτωση, ένα βήμα μακριά από το ολυμπιακό βάθρο»

0

Αν κάτι έχει μείνει να συνδέει τους νεοέλληνες με τους ξακουστούς αρχαίους θαλασσοπόρους προγόνους μας, αυτό είναι η ναυτική παράδοση. Στην πραγματικότητα οι Έλληνες ιστιοπλόοι δεν έπαψαν ποτέ να διατηρούν την πρωτοκαθεδρία στις θάλασσες, έχοντας αδιάλειπτη παρουσία στα βάθρα των μεγάλων διοργανώσεων.

Μία από τις κλάσεις που έχουμε πανηγυρίσει τεράστιες επιτυχίες ως χώρα είναι τα 470, στα οποία μετράμε δύο μετάλλια σε Ολυμπιακούς Αγώνες (χρυσό οι Μπεκατώρου – Τσουλφά το 2004 και χάλκινο οι Μάντης – Καγιαλής το 2016) και πέντε παγκόσμια πρωταθλήματα (χρυσό 1995 και ασημένιο το 2002 οι Κοσματόπουλος-Τριγκώνης, και τρία χρυσά το 2001, 2002 και 2003 οι Μπεκατώρου-Τσουλφά).

Οι ιστιοπλόοι που δόξασαν τη χώρα μας άφησαν κληρονομιά με τη σπουδαία τους παρακαταθήκη και τα προβλήματα που ταλανίζουν διαχρονικά τον ελληνικό ερασιτεχνικό αθλητισμό. Προβλήματα που διογκώθηκαν τα τελευταία χρόνια, λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, η οποία είχε ως συνέπεια την κατακόρυφη μείωση των προϋπολογισμών στις εθνικές ομοσπονδίες.

Κάπως έτσι, η Ραφαηλίνα Κλωναρίδου και ο Βασίλης Παπουτσόγλου, έχουν ξεκινήσει την ολυμπιακή προετοιμασία, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει τον προϋπολογισμό που θα τους οδηγήσει στη Μασσαλία, όπου θα διεξαχθεί η ολυμπιακή ρεγκάτα, έχοντας μοιραστεί βάρη, που περιλαμβάνουν από λογιστικές μελέτες και διαχείριση social media ως καθήκοντα φυσιοθεραπευτή και ταξιδιωτικού πράκτορα. Όλα, κυριολεκτικά περνούν από τα χέρια τους, με το πλάνο να είναι “βλέποντας και κάνοντας”, έως ότου βρεθεί η χρηματοδότηση που θα εγγυάται με μαθηματική βεβαιότητα μία θέση στο ολυμπιακό βάθρο.

Το δίδυμο Μαρία Μπόζη και Ραφαηλίνα Κλωναρίδου, μας είχε χαρίσει μεγάλες επιτυχίες από τις μικρές ηλικιακές κατηγορίες στα 470. Όμως έμελλε να διασπαστεί βίαια, λόγω της αιφνίδιας μη πρόκρισης τους στο Τόκιο και της αλλαγής που επέβαλε η ΔΟΕ και η Διεθνής Ιστιοπλοϊκή Ομοσπονδία στις ολυμπιακές κλάσεις στο Παρίσι. Πώς ήταν αυτός ο χωρισμός με τη Μαρία;

Ρ.Κ.: «Η μόνη επιλογή που είχαμε με την Μαρία ήταν 49erFx, όμως ουσιαστικά έχουν απομείνει μόλις 2,5 χρόνια έως το Παρίσι και σκεφτήκαμε ότι δεν είναι αρκετός χρόνος για να προετοιμαστούμε. Ήταν στη μέση και ένα μεταπτυχιακό που κάνει η Μαρία και καταλήξαμε ότι ήταν δύσκολο να κυνηγήσουμε ολυμπιακή πρόκριση».

Μετά την απώλεια της πρόκρισης για το Τόκιο κάνατε με την Μαρία μία ανάρτηση με πολύ έντονη αυτοκριτική. Τώρα που έχεις πάρει μία απόσταση από τα γεγονότα θες να μου μιλήσεις για εκείνες τις ημέρες;

Ρ.Κ.: «Πολλοί μας έστελναν μηνύματα και μας έλεγαν ότι “Έπρεπε να είχατε ζητήσει από την ομοσπονδία περισσότερους από έναν αγώνες που θα έκριναν την πρόκριση. Δεν ήταν δίκαιο”. Αυτό το “Δεν ήταν δίκαιο” το έβλεπα και έλεγα “Τί δεν ήταν δίκαιο... ήρθαμε 20ες στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Ούτε στο πρώτο μας παγκόσμιο δεν τα είχαμε πάει τόσο χάλια». Ειλικρινά είχαμε έρθει 19ες και τα τελευταία χρόνια ήμασταν σταθερά στη 10άδα. Γι’ αυτό και το «ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΕΣ» που γράψαμε. Δεν υπήρχε δίκαιο και άδικο. Ως εξωτερικός παράγοντας θα μπορούσες να πεις ότι ένας αγώνας δεν ήταν δίκαιο να κρίνει την πορεία τόσων χρόνων, όχι μόνο για εμάς, αλλά από την άλλη αθλητισμό κάνουμε, έπρεπε να είμαστε έτοιμες σε κάθε περίπτωση.

Ειλικρινά δεν ξέρω πώς να περιγράψω αυτήν την περίοδο. Ήμασταν στα χαμένα. Όταν επιστρέφαμε από την Πορτογαλία δεν υπήρχε επαφή με το περιβάλλον. Δεν το πιστεύαμε. Μας πήρε πολύ χρόνο. Προσπαθήσαμε να απομακρυνθούμε εντελώς από το άθλημα, αλλά εγώ τελικά κατέληξα πάλι στη θάλασσα, αφού δούλεψα σε ένα σκάφος. Ήταν λίγο αυτοτιμωρία, αυτομαστίγωμα, τύπου: «Ας πρόσεχες, ας ήσουν στους Ολυμπιακούς! Αυτή ήταν η ψυχολογία (γέλια)... Έβλεπα τους Ολυμπιακούς Αγώνες από το σκάφος και έλεγα: «Την επόμενη φορά αν δεν θες να είσαι εδώ, πρέπει να κάνεις κάτι άλλο!».

Ομολογώ ότι όταν ξεκίνησαν οι Ολυμπιακοί ένιωσα έντονη ψυχολογική πίεση. Στην αρχή έλεγα ότι δεν θα δω τίποτα. Μετά αποφάσισα ότι θα τα δω όλα. Θα βιώσω το πένθος μου και θα το αφήσω να περάσει».

Ήταν η πολλή σιγουριά που τελικά κόστισε;

Ρ.Κ.: «Όχι, μπορεί το αντίθετο. Ειδικά τις πρώτες μέρες που ο καιρός ήταν πιο ασταθής ήθελε και λίγο τύχη. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν η σιγουριά».

Ήταν ένα μάθημα όλο αυτό;

Ρ.Κ.: «Σίγουρα. Θεωρώ ότι ήταν καθαρά ψυχολογικό. Ξέραμε ότι ήταν ένας αγώνας και ότι σε έναν αγώνα πολλά μπορεί να γίνουν και αυτό μας κατέβαλε. Ιστιοπλοΐα κάναμε, ξέραμε ότι ήταν λίγο ρουλέτα. Ξέραμε ότι σε έναν αγώνα δεν μπορείς να κρίνεις μία ολόκληρη πορεία τεσσάρων χρόνων. Επίσης δεν είχαμε ξανασυνταντήσει τις άλλες κοπέλες (Αιμιλία Τσουλφά και Αριάδνη Σπανάκη) σε αγώνα του εξωτερικού και αυτό μας άγχωσε. Ήταν πρωτόγνωρο να αγωνιζόμαστε σε έναν στίβο, που υπήρχε και άλλο σκάφος που να γράφει GRE στο πανί του και που στόχος μας ήταν να περάσουμε το συγκεκριμένο σκάφος, ούτε να κερδίσουμε όλες τις υπόλοιπες, ούτε να πάρουμε μετάλλιο. Είχαμε να ασχοληθούμε με ένα συγκεκριμένο σκάφος και αυτό δημιουργούσε μεγάλη πίεση. Αλλά εντάξει, πήραμε ένα πολύ μεγάλο μάθημα».

Και από εκεί που για πάντα μοιραζόσουν ένα σκάφος με μία συναθλήτρια ξαφνικά το μοιράζεσαι με συναθλητή...

Ρ.Κ.: «Καταρχάς με τον Βασίλη γνωριζόμαστε πάρα πολλά χρόνια. Δεν είναι ότι συνεργάζομαι ξαφνικά με έναν άνθρωπο που γνώρισα για πρώτη φορά. Και πάλι όμως είναι εντελώς διαφορετικός ο τρόπος σκέψης και λειτουργίας ενός άνδρα, είναι πολύ πιο απλοϊκός σχέση με αυτό που είχα συνηθίσει μέχρι τώρα. Είναι όμως πάρα πολύ ωραία. Κάθε μέρα που περνά μαθαίνω πάρα πολλά πράγματα, τα οποία δεν είχα δουλέψει στο παρελθόν».

Υπάρχουν δυσκολίες που προκύπτουν από τη συνεργασία ενός άνδρα με μία γυναίκα;

Ρ.Κ.: «Έχω δυσκολία στο να τον ακολουθήσω, είναι άλλοι οι ρυθμοί του Βασίλη και γενικώς των ανδρών. Είναι διαφορετικό. Νομίζω στον στόλο των γυναικών δεν ήταν όλα στην τσίτα. Είναι διαφορετικοί οι ρυθμοί με τους οποίους λειτουργεί ένας άνδρας μέσα στο σκάφος, οι δυνάμεις που μπαίνουν, το πόσο γρήγορα θα κινηθεί και στη λήψη αποφάσεων».

Αυτή η απόφαση της ΔΟΕ για τα μεικτά πληρώματα πώς θα επηρεάσει την κλάση τελικά;

Ρ.Κ.: «Θα φέρει μία ανανέωση. Το στοίχημα θα είναι το πώς θα συνεργαστούν τα ζευγάρια μέσα στο σκάφος, πώς θα συνυπάρξουν οι δύο τρόποι σκέψης, ώστε να μπορέσει κάθε πλήρωμα να συμβαδίσει και να πάει μπροστά. Τα μεικτά 470 δημιουργούν αυτομάτως πολλά καλά πληρώματα, δεν θα είναι 10 τοπ σκάφη όπως συνέβαινε σε άνδρες και γυναίκες. Πιστεύω ότι πάνω-κάτω θα είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο. Όλα τα καλά πληρώματα που ήταν σε άνδρες και γυναίκες έχουν γίνει ομάδες».

Με τα νέα δεδομένα ποιος είθισται να είναι στο τιμόνι;

Ρ.Κ.: «Δεν έχει επικρατήσει κάτι, είναι εντελώς 50-50».

Θεωρητικά έχουν πλεονέκτημα τα πληρώματα με τον άνδρα σε θέση πληρώματος λόγω δύναμης;

Ρ.Κ.: «Κάπου στη μέση είναι. Ίσως να έχουν προβάδισμα στον αέρα. Από την άλλη σε μέτριο και «κομμένο» αέρα προβάδισμα θεωρητικά πάντα θα έχουν αυτοί που θα έχουν γυναίκες πληρώματα. Δεν νομίζω ότι θα υπάρξει καμία τρελή διαφορά».

Βασίλη πώς βίωσες με τον Γιάννη (σ.σ.: Ορφανό) την απώλεια της πρόκρισης;

Β.Π.: «Για εμάς ήταν εντελώς διαφορετικά τα πράγματα σε σχέση με τα κορίτσια, αφού ήμασταν αουτσάιντερ. Είχαμε κάνει μία πολύ μεγάλη προσπάθεια, γιατί είχαμε να ανταγωνιστούμε τους Μάντη-Καγιαλή, οι οποίοι ήταν ήδη ολυμπιονίκες στο Ρίο και είχαν αφενός τρομερή εμπειρία, αφετέρου στήριξη από τους χορηγούς τους ως ολυμπιονίκες πια.

Κάναμε πολύ μεγάλο αγώνα με τον Γιάννη, ήρθαν έτσι οι καταστάσεις που λόγω covid η πρόκριση κρίθηκε από έναν αγώνα στην Πορτογαλία, που εμείς βρεθήκαμε πάρα πολύ φορμαρισμένοι εκείνη την περίοδο και καταφέραμε και μπήκαμε στα 10 καλύτερα πληρώματα του κόσμου, με τους συναθλητές μας να καταλαμβάνουν την 6η θέση και έτσι πήραν εκείνοι την πρόκριση. Στεναχωρηθήκαμε γιατί φτάσαμε πάρα πολύ κοντά, τρέξαμε πάρα πολύ καλά και ίσως να ήταν το σωστό timing, για να κάνουμε την υπέρβαση. Εμάς μας ευνόησε το γεγονός ότι δουλέψαμε αρκετά στη διάρκεια της πανδημίας. Στη Βιλαμούρα ήμασταν σε εξαιρετική κατάσταση και θεωρώ ότι μας άξιζε και θέση παραπάνω από τη 10η, την οποία τελικά πήραμε στον αμέσως επόμενο αγώνα, όπου ήρθαμε μπροστά από το άλλο ελληνικό πλήρωμα. Υπήρχε απογοήτευση, αλλά όχι στο βαθμό που υπήρξε στα κορίτσια, γιατί ήμασταν ικανοποιημένοι που καταφέραμε και πήγαμε καλά, μπαίνοντας σε δύο αγώνες στο τοπ-10 του κόσμου. Ήταν σαν να φύγαμε με ψηλά το κεφάλι».

Εσύ πώς ξεπέρασες το γεγονός ότι δεν κατάφερες να κάνεις το όνειρό σου πραγματικότητα;

Β.Π.: «Ήταν ένα δύσκολο διάστημα. Δούλεψα όλο το καλοκαίρι σε ένα καταμαράν, ως πλήρωμα από τη στιγμή που επέστρεψα από την Πορτογαλία έως τα τέλη Σεπτέμβρη. Ακόμα τότε δεν είχα αποφασίσει τι θα κάνω ιστιοπλοϊκά, αλλά ήθελα να εξασφαλίσω ότι με τα χρήματα που θα έβγαζα θα μπορούσα να κάνω ιστιοπλοΐα, το χειμώνα, γιατί δεν είχα στο μυαλό μου να σταματήσω. Δεν είχα αποφασίσει όμως τι ακριβώς θα κάνω».

Και το προξενιό πώς προέκυψε εν τέλει;

Β.Π.: «Με την Ραφαηλίνα παρότι δεν το είχαμε πει, ήταν σαν να το ξέραμε ότι θα κάνουμε μαζί. Όταν ανακοινώθηκαν τα μεικτά πληρώματα, με δεδομένο ότι θα σταματούσαν ο Μάντης με τον Καγιαλή ήμασταν οι πιο έμπειροι, οπότε ήταν μονόδρομος».

Ρ.Κ.: «Το προξενιό έγινε επισήμως το καλοκαίρι. Δεν υπήρξαν συζητήσεις όμως. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο και είπαμε: “Πότε θα μπούμε θάλασσα; “Τότε!”, “Τέλος!»

Ποιο είναι το μπάτζετ που απαιτείται ετησίως, προκειμένου για την ολυμπιακή προετοιμασία ενός πληρώματος;

Β.Π.: «Για να κάνεις όσα πραγματικά απαιτούνται χωρίς να μπεις στη διαδικασία να κόψεις είναι 100 χιλιάδες ευρώ. Όσο πλησιάζεις προς τους Ολυμπιακούς ανεβαίνουν οι απαιτήσεις και φυσικά τα νούμερα. Ο μέσος όρος είναι 100-130 χιλιάδες ανάλογα με το αν απαιτείται η αγορά νέου σκάφους. Εμείς τα καταφέραμε χάρη στη στήριξη που είχαμε από τον όμιλο, από την ομοσπονδία και κάποιους φίλους. Βασικά όμως χάρη στην αγάπη μας για το άθλημα και την πίστη που είχαμε. Προσπαθήσαμε μέχρι τελευταία στιγμή να αγγίξουμε το όνειρο. Παρά την έλλειψη χρημάτων επί πέντε χρόνια ακολουθήσαμε το πρόγραμμα μας και πήγαμε σε όλους τους αγώνες».

Στα 470 έχουμε τεράστια παράδοση, ήταν οι επιτυχίες του παρελθόντος που σας οδήγησαν στην επιλογή αυτού του σκάφους;

Β.Π.: «Όταν τελείωσα από τα όπτιμιστ ακόμα δεν υπήρχαν τα πολύ γρήγορα σκάφη, μου άρεσε η ιδέα να συνεργαστώ με κάποιον, οπότε μπήκα κατευθείαν στο 420. Έμεινα μόλις δύο χρόνια, γιατί με το πλήρωμα μου τον Ακύλλα Δρούγκα ήρθαμε δεύτεροι στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ανδρών και το 1η θέση στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα νέων, οπότε μόλις στα 15 μας πήγαμε κατευθείαν στα 470. Θα έλεγα ότι επέλεξα τα 470 και γιατί μου ταίριαζαν πιο πολύ σωματικά. Τα laser απαιτούν περισσότερο ύψος και περισσότερα κιλά, για παράδειγμα»

Το μενταλιτέ αυτής της κλάσης...

Ρ.Κ.: «Να μπορείς να συνεργαστείς, αυτό είναι το πιο βασικό».

Τα 470 όπως διαμορφώθηκαν απαιτούν ελαφριά πληρώματα;

Β.Π.: «Υπάρχουν κάποια κιλά που πρέπει να κυμαίνεται το πλήρωμα για να μπορεί να ανταποκρίνεται σε όλες τις καιρικές συνθήκες. Επομένως προσπαθούμε να βρισκόμαστε σε αυτά τα όρια. Ο μέσος όρος των πληρωμάτων είναι περίπου στα 135 κιλά. Αυτό καταμερίζεται 62-63 ο κυβερνήτης και 72-73 το πλήρωμα. Σίγουρα αυτό επηρεάζεται από τον αγωνιστικό στίβο. Αν πάμε σε έναν αγώνα, που ξέρουμε ότι θα επικρατούν έντονοι άνεμοι προσπαθούμε να είμαστε λίγο παραπάνω στα κιλά, αντίστοιχα όταν έχει λίγο αέρα θες να ρίξεις το βάρος».

Στη Μασσαλία θα τρώμε ή θα μας φάει η πείνα;

Ρ.Κ.: «: Παίζεται, έχω πετύχει όλες τις καιρικές συνθήκες στη Μασσαλία. Μία χρονιά είχε πολύ έντονο αέρα, δεύτερη μπουνάτσα και την τρίτη ξανά αέρα. Γενικά είναι ένα πανέμορφο μέρος που ενδείκνυται για ιστιοπλοΐα ακόμα και όταν είναι «κομμένο», όταν δηλαδή δεν έχει αέρα, δεν είναι τόσο ώστε να μην μπορείς να κάνεις αγώνες».

Β.Π.: «Παίζει ρόλο και η περίοδος του χρόνου, εγώ είχα πάει Ιούνιο, οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα γίνουν τέλη Ιουλίου. Το έχουμε στο μυαλό μας σαν ένα μέρος που μπορείς να συναντήσεις όλες τις συνθήκες».

Έχετε ξεκινήσεις φουλ ρυθμούς προπονήσεων, το μπάτζετ για να φτάσετε έως τη Μασσαλία έχει εξασφαλιστεί;

Β.Π.: (γέλια) «Έχουμε ξεκινήσει από το μηδέν και προσπαθούμε πάρα πολύ με τα χορηγικά. Δεν έχουμε εξασφαλίσει ούτε το μπάτζετ της επόμενης χρονιάς. Αφιερώνουμε πάρα πολύ χρόνο, αφού όλα περνάνε από τα χέρια μας. Εγώ φτιάχνω προϋπολογισμούς, η Ραφαηλίνα ασχολείται με τα social media, ο Θανάσης Παχούμας μέχρι πρότινος προπονητής της Ραφαηλίνας, δικός μου πριν πέντε χρόνια (2011-2017, πήγε εξωτερικό ένα χρόνο και μετά ανέλαβε τα κορίτσια), έχει αναλάβει εκτός από χρέη προπονητή, τα μηχανολογικά, τα τρέιλερ, τα φουσκωτά, να έχουν γίνει τα σέρβις στο αυτοκίνητο, ασχολούμαστε με όλα».

Να φανταστώ ότι οι συναθλητές σας από το εξωτερικό τα έχουν όλα λυμένα;

Ρ.Κ.: «Στην συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών ομάδων, αυτά που περιγράφουμε και γελάμε είναι εντελώς λυμένα για εκείνους. Ταξιδεύουν πλαισιωμένοι από ολόκληρες ομάδες και δουλεύουν σοβαρά προγράμματα, τη στιγμή που εμείς αν χρειαστούμε φυσιοθεραπευτή βάζουμε ο ένας να πατάει τον άλλον με την υπόδειξη: «Να εδώ αφού είδες και στο youtube πώς το κάνουν» (γέλια).

Οι άλλοι αθλητές στέλνουν ένα μέιλ για να ενημερώσουν για τον αγώνα που θέλουν να μετάσχουν, η απάντηση περιλαμβάνει εισιτήρια και κάθε λεπτομέρεια κανονισμένη. Εμείς πρέπει να κλείσουμε όλα, τα σπίτια, τα αεροπορικά, τα ακτοπλοϊκά για να πάει και το σκάφος οδικώς με το τρέιλερ».

Β.Π.: «Το σκάφος ταξιδεύει οδικώς και οδηγούμε εμείς για να μειώσουμε όσο το δυνατόν γίνεται τα έξοδα. Για την Πορτογαλία το τελευταίο ταξίδι που κάναμε, φύγαμε με τον προπονητή μας και πήγαμε οδικώς από εδώ στην Πάτρα, μετά Ανκόνα ακτοπλοϊκώς, από Ιταλία ξανά πλοίο για Βαρελώνη και από εκεί οδικώς 1.200 χλμ. για τη Βιλαμούρα της Πορτογαλίας. Ήταν ένα ταξίδι 4 ημερών».

Πόσα σκάφη θα χρειαστούν έως τους Ολυμπιακούς Αγώνες;

Β.Π.: «Σε μία τετραετία χρειάζονται το λιγότερο δύο σκάφη, το κόστος των οποίων φτάνει τα 18-20 χιλιάρικα το σκαρί, περί τα 25.000 έτοιμο. Η αντικατάσταση είναι καλό να γίνεται ανά δύο χρόνια».

Δηλαδή οι ξένοι πόσο συχνά αλλάζουν σκάφη;

Β.Π.: «Κάθε χρόνο. Αυτό γίνεται γιατί αφενός υπάρχουν μικρές βελτιώσεις, αφετέρου γιατί χρειάζεσαι 2-3 σκάφη σε καλή κατάσταση, στα οποία πρέπει να μοιράζεις το χρόνο ώστε να μπορείς αν έχεις φερ' ειπείν έναν αγώνα στο Μαϊάμι να στείλεις το ένα εξ αυτών ένα μήνα νωρίτερα και να μπορείς στο μεταξύ να κάνεις προπόνηση εδώ. Ιδανικά πρέπει να έχεις και ένα σκάφος στην Ευρώπη για να μειώνεις τα έξοδα μετακίνησης. Οπότε τουλάχιστον τα δύο σκάφη, σχετικά καινούρια, διετίας, είναι άκρως απαραίτητα για να μπορούν να είναι αξιόπλοα. Εμείς έχουμε δύο σκάφη του 2018, το ένα το είχα εγώ με τον Γιάννη, το άλλο το είχε η Ραφαηλίνα με την Μαρία, έχουν και τα δύο άπειρες ώρες. Για τους αγώνες προετοιμασίας είναι εντάξει, αλλά για το Παγκόσμιο και το Ευρωπαϊκό του 2022 θα χρειαστούμε οπωσδήποτε νέο σκάφος για να μπορέσουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί».

Έχουν εξασφαλιστεί τουλάχιστον πόροι για νέο σκάφος;

Ρ.Κ.: (Γέλια) «Σε καμία περίπτωση, τί εννοείς; Είναι πολύ νωρίς».

Β.Π: «Δεν έχουμε εξασφαλίσει ακόμα τις πηγές ώστε να πάμε στον πρώτο αγώνα προετοιμασίας τον προσεχή Μάρτιο».

Δεν σας αγχώνει που σκοτώνεστε στην προπόνηση έχοντας τόσο αβέβαιο μέλλον;

Β.Π: «Μας αγχώνει πάρα πολύ και είναι πάρα πολύ ψυχοφθόρο, γιατί αφιερώνουμε όλο μας τον χρόνο στα εξωιστιοπλοϊκά, αλλά δεν σταματάμε. Εκεί πονάμε. Τεχνογνωσία υπάρχει, δίψα υπάρχει, θέληση υπάρχει, το δίδυμο υπάρχει, ο προπονητής ο καλός υπάρχει. Όλο το ιστιοπλοϊκό κομμάτι και ειδικά στο 470 είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο. Αν μπορέσουμε να υλοποιήσουμε το αγωνιστικό πρόγραμμα έως το 2024, το μετάλλιο είναι πάρα πολύ κοντά. Αλλά πρέπει να υλοποιηθεί. Κάθε έκπτωση από το αρχικό πρόγραμμα προετοιμασίας, είναι ένα βήμα μακριά από το ολυμπιακό βάθρο».

Τσακώνεστε;

Ρ.Κ.: «Καλέ ναι, αλλά έχει φάση ο τσακωμός με τον Βασίλη! Είναι άλλος τσακωμός, δεν έχει σχέση ο γυναικείος με τον ανδρικό. Με τη Μαρία ας πούμε θα το κρατούσαμε και έξω από τη θάλασσα, δηλαδή θα ξαναμαλώναμε. Θα μας έπαιρνε κανένα διωράκι να το ξεπεράσουμε. Με τον Βασίλη, έξω και να θες να μαλώσεις δεν μπορείς. Το έχει ξεχάσει... Είναι πλήρης αποτυχία το να δοκιμάσεις να ξανασυζητήσεις κάτι για το οποίο μάλωσες μέσα στο σκάφος... Δεν!

Β.Π.: «Ακόμα είμαστε σε πολύ καλή κατάσταση. Οι τσακωμοί μας είναι στιγμιαίοι».

Ο πιο φωνακλάς ποιος είναι;

Β.Π.: «Εγώ, αλλά η Ραφαηλίνα έχει αυτή τη στριγκλιά, που γυρίζει το μυαλό μου και της λέω αυτομάτως «Στα-μά-τα!» (γέλια)

Ρ.Κ.: « Όταν στους αγώνες φώναζα σε άλλο σκάφος μου έλεγε: «Μπορείς να μην το κάνεις αυτό; Είναι άσχημο!»

Β.Π.: «Εγώ είμαι πιο αυστηρός και πιο φωνακλάς, αλλά όπως είπε η Ραφαηλίνα είναι της στιγμής, γιατί με τον άλλο πρέπει να είσαι αγαπημένος γιατί θα ζήσεις ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου μαζί του».

Ρ.Κ.: «Τίποτα, είναι γάμος κανονικός. Αφού του έλεγα τουλάχιστον δεν θα προλάβω να σε βαρεθώ στα τρία χρόνια που απομένουν. Με την Μαρία νιώθω σαν να έχουμε χωρίσει, παρότι μιλάμε σχεδόν καθημερινά. Είναι πολύ περίεργο. Από εκεί που έβλεπες έναν άνθρωπο καθημερινά, ξαφνικά βλέπεις έναν άλλον... Αυτό που μας έτυχε με την Μαρία ήταν από τις μεγαλύτερες αποτυχίες που θα μπορούσαν να μας τύχουν, τις προάλλες όμως, έβλεπα κάτι φωτογραφίες από το Φεβρουάριο και σκεφτόμουν πόσο ωραία είχαμε περάσει. Ήταν τόσο όμορφη η προετοιμασία και όλο αυτό που προηγήθηκε μέχρι να φτάσουμε εκεί».

Ο γάμος έγινε αλλά το ζευγάρι ζει εξ αποστάσεως...

Β.Π.: «Για μας ακόμα και η καθημερινή προπόνηση έχει έξοδα, γιατί και η Ραφαηλίνα και ο προπονητής μας είναι από Θεσσαλονίκη, για να έρθουν εδώ και να κάνουμε προπόνηση που είναι καλύτερες οι συνθήκες έχει έξοδα μετακίνησης. Προς το παρόν ανεβοκατεβαίνουν και φιλοξενούνται από κάποιους φίλους, αλλά αυτή είναι προσωρινή λύση. Δεν έχουμε απευθυνθεί ακόμα στην Ομοσπονδία για το αν μπορούν να φιλοξενηθούν στον Άγιο Κοσμά, αλλά σίγουρα κάπως πρέπει να λυθεί αυτό».

Πώς ασχοληθήκατε με την ιστιοπλοΐα και γιατί μείνατε τελικά;

Ρ.Κ: «Εμείς είχαμε έναν οικογενειακό φίλο που ήταν προπονητής, τον Παναγιώτη Ταγαρόπουλο, που έλεγε στους γονείς μου "Φέρτε την στην ιστιοπλοΐα". Στην αρχή έβλεπα τα όπτιμιστ και έλεγα "Σε αυτό θα μπω..." Την πρώτη φορά είχα ξενερώσει τη ζωή μου, δεν φυσούσε, πήγαιναν αργά αυτά και σκεφτόμουν, “Τί δουλειά έχω εγώ εδώ”. Κεραυνοβόλος ο έρωτας με την ιστιοπλοΐα λοιπόν, δεν ήταν σε καμία περίπτωση. Νομίζω με κράτησαν οι φίλοι. Ήταν ωραίο το παρεάκι και επειδή περνούσα καλά δεν ήθελα να σταματήσω. Στην πορεία όμως η αγάπη που αναπτύχθηκε πήρε άλλες διαστάσεις... Αν δεν σταματήσεις εκεί στη δευτέρα, τρίτη λυκείου, νομίζω δεν σταματάς ποτέ!»

Β.Π.: «Ο λόγος που με κράτησε εμένα ήταν οι επιτυχίες, την κρίσιμη περίοδο που αγωνιζόμασταν στις ηλικιακές κατηγορίες και το γεγονός ότι υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν σε εμάς και μας ενθάρρυναν να συνεχίσουμε.

Εγώ δεν ήθελα με τίποτα να κάνω ιστιοπλοΐα. Μπάλα ήθελα να παίξω. Έκανε ο αδερφός μου και με έπαιρναν θυμάμαι οι γονείς μου στον όμιλο, για να μην μένω μόνος σπίτι γιατί ήμουν 5-6 χρονών. Κάθε φορά που ερχόταν ο προπονητής του αδερφού μου να με πάρει στο φουσκωτό εγώ κρυβόμουν στην τουαλέτα. Δεν ήθελα με τίποτα, τον έβλεπα έκοβα λάσπη. Μία μέρα δεν ξέρω πώς έγινε, με έπεισε και μπήκα. Μου άρεσε και κόλλησα. Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας και από τότε, 21 χρόνια πριν δεν σταμάτησα ποτέ».

Τι είναι η θάλασσα;

Β.Π.: «Για μένα η θάλασσα είναι όλη μου η ζωή. Είναι μικρόβιο και κάποιες φορές που λέω, δεν θέλω να βλέπω θάλασσα, θέλω να ξεκουραστώ, μετά από 1-2 μέρες πάλι μου λείπει».

Ρ.Κ: «Συνειρμικά μου έρχεται η λέξη αγάπη. Ότι και να κάνεις εκεί καταλήγεις μέχρι και για δουλειά εκεί πήγαμε. Και όταν είσαι καλά και όταν δεν είσαι πάλι στη θάλασσα θέλεις βρίσκεσαι. Στη θάλασσα νιώθεις ελευθερία, δεν σκέφτεσαι».

 

 

Κλωναρίδου-Παπουτσόγλου στο SDNA: «Κάθε έκπτωση, ένα βήμα μακριά από το ολυμπιακό βάθρο»
EVENTS