MENU

Η ευαισθησία στην ινσουλίνη αφορά στο πόσο ευαίσθητα είναι τα κύτταρα του σώματος ως απάντηση στην ινσουλίνη. Η υψηλή ευαισθησία επιτρέπει στα κύτταρα του σώματος να χρησιμοποιούν αποτελεσματικότερα τη γλυκόζη του αίματος, μειώνοντας το σάκχαρο. Η χαμηλή ευαισθησία αντίθετα, είναι γνωστή ως αντίσταση στην ινσουλίνη. Τα κύτταρα δεν απορροφούν τόσο γλυκόζη, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Χωρίς διαχείριση, αυτό μπορεί να προχωρήσει σε διαβήτη τύπου 2. Η ευαισθησία στην ινσουλίνη ποικίλλει μεταξύ των ανθρώπων και μπορεί να αλλάξει σύμφωνα με διάφορους τρόπους ζωής και διαιτητικούς παράγοντες.

Μια νέα μελέτη, που διεξήχθη μόνο σε γυναίκες, από επιστήμονες του πανεπιστημίου του Sao Paulo School of Public Health στη Βραζιλία και η οποία δημοσιεύθηκε στο The Journal of The North American Menopause Society (NAMS), έδειξε ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D βρέθηκε να σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα γλυκόζης. Επιπλέον, η συνήθης έκθεση στον ήλιο παρείχε επίσης την ίδια συσχέτιση, αποδεικνύοντας ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D σχετίζεται με υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2.

"Αν και δεν έχει αποδειχθεί μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος, τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D μπορεί να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η συμπληρωματική χορήγηση της βιταμίνης D μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση του ελέγχου του σακχάρου στο αίμα, αλλά χρειάζονται ακόμα παρεμβατικές μελέτες", δήλωσε η JoAnn Pinkerton, Διευθύντρια στη NAMS. Για τη μελέτη, η συμπεριλήφθηκαν 680 γυναίκες ηλικίας 35 έως 74 ετών, εκ των οποίων 24 (3,5%) ανέφεραν ότι έπαιρναν συμπληρώματα βιταμίνης D. Οι γυναίκες έδωσαν δείγματα αίματος για εξέταση για τα επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D (25 [OH] D) στον ορό - δοκιμή που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των επιπέδων βιταμίνης D ενός ατόμου. Οι ερευνητές ανέλυσαν επίσης τα δείγματα για να προσδιορίσουν τα επίπεδα γλυκόζης και ζήτησαν από τις γυναίκες να χρησιμοποιήσουν συμπληρώματα βιταμίνης D.

Τα ευρήματα, έδειξαν ότι τα χαμηλότερα επίπεδα ορού 25 (OH) D φαίνεται να σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα ενώ, ένα υψηλότερο επίπεδο βιταμίνης D μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου διαβήτη παρέχοντας καλύτερους γλυκαιμικούς ελέγχους, πιθανώς λόγω της αύξησης της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και της βελτίωσης της κυτταρικής λειτουργίας στο πάγκρεας, λένε οι ερευνητές. Σημειώνουν επίσης ότι άλλες πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει επίσης μια σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και του γλυκαιμικού ελέγχου.

Τα ευρήματα ήταν σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, σχολίασε η επιστημονική ομάδα, παρόλο που οι μελέτες παρέμβασης δεν έδειξαν σημαντικό όφελος για τα συμπληρώματα βιταμίνης D. Συνεπώς, συνέστησαν ότι οι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να αποσκοπούν στη διαφοροποίηση του εάν η βιταμίνη D στον ορό μπορεί ή όχι να βελτιώσει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα ή αν η σημασία της περιορίζεται στη λειτουργία της ως δείκτη κακής υγείας. Μεταξύ των περιορισμών της μελέτης ήταν ότι τα δεδομένα σχετικά με την έκθεση στον ήλιο, τη συμπλήρωση βιταμίνης D, τη χρήση φαρμάκων και άλλους πιθανούς παράγοντες αναφέρθηκαν από τις ίδιες τις γυναίκες που συμμετείχαν στην έρευνα. Επίσης, η κοόρτη ήταν αποκλειστικά για γυναίκες που ζουν σε μια τροπική περιοχή της Βραζιλίας όπου το ηλιακό φως είναι σχετικά ισχυρό και άφθονο.

ΠΗΓΗ: itrofi.gr

Μπορεί ο ήλιος να προστατεύσει από τον διαβήτη;
EVENTS