MENU

Για μια φορά στα σαράντα χρόνια, ο κόσμος στην Ελλάδα κάτι ερωτήθηκε. Κάτι σημαντικό, όχι ποια ομάδα υποστηρίζει στη μπάλα. Ακριβώς επειδή ερωτήθηκε, αυτομάτως επαναπολιτικοποιήθηκε. Αφησε πίσω, τη (βολική για όσους θέλουν ν’ αποφασίζουν εν ονόματί του) απολιτίκ στάση.

Ο κόσμος ασχολήθηκε ξανά. Ξέχασε τη σαχλαμάρα. Συγκεντρώθηκε στην ουσία. Ενδιαφέρθηκε. Εψαξε. Εμαθε. Ταλαντεύτηκε. Συζήτησε. Κλονίστηκε. Βίωσε το ζόρι, στην καθημερινότητα. Βασανίστηκε. Στο τέλος, αποφάσισε. Πήρε μια ευκαιρία, απ’ την ηγεσία του. Να γίνει ήρωας. Εγινε. Αξία, όλης αυτής της ζύμωσης; Ανεκτίμητη.

Η ζύμωση μας έφερε πιο κοντά. Η μεγαλύτερη μεταξύ των ανοησιών που διακινήθηκαν, ήταν ο «κίνδυνος του διχασμού». Ο διχασμός υπήρξε, εάν περνάς το εικοσιτετράωρο στο Twitter. Εκεί έξω, στην πραγματική ζωή, ο κόσμος δημιούργησε (αν θέλετε, εξήγαγε κιόλας) ένα νέο κεφάλαιο πολιτικού πολιτισμού.

Ένα κεφάλαιο, αναντίστοιχο με τα…δάκρυα ότι μας έβαλαν και σφαζόμαστε μεταξύ μας. Η κορύφωση ήλθε, στις δύο συγκεντρώσεις. Χιλιάδες Ελληνες, 500 μέτρα μακρυά οι μεν από τους δε, υποτίθεται διχασμένοι, υποτίθεται φανατισμένοι, υποτίθεται σε ακραία πόλωση, και δεν άνοιξε ρουθούνι. Δεν το διανοήθηκαν, καν.

Ο διχασμός ήταν κάποτε. Τα γαλάζια και τα πράσινα καφενεία, στα χωριά. Τότε, ναι, 500 μέτρα οι μεν από τους δε, Σύνταγμα με Παναθηναϊκό Στάδιο, το ξύλο θα ήταν αναπόφευκτο. Αλλ’ ακόμη και τα γαλάζια/πράσινα καφενεία, πάλι δεν θα μπορούσε να ήταν λόγος, ο διχασμός δηλαδή, για να μη γίνονται στη χώρα εκλογές.

Φύσει, οι εκλογές και τα δημοψηφίσματα, είναι διλημματικά. Διλημματικά, δεν σημαίνει διχαστικά. Άλλη μία φορά, τώρα. Ένα πολύ δύσκολο δίλημμα. Εγινε ευκολάκι, στην πορεία. Βλέποντας, ποιοι παρακινούσαν τον πληθυσμό προς το Ναι. Αμέσως, καταλάβαινες να ψηφίσεις…το άλλο. Οποιο κι αν ήταν αυτό το «άλλο».

Χαρτιά κάηκαν, σ’ ένα κυριακάτικο απόγευμα μέσα. Οι πολιτικοί απέτυχαν να ψήσουν την πελατεία. Ιλουστρέ σταρ, επίσης απέτυχαν να ψήσουν τους θαυμαστές. Κι ούτε οι δήμαρχοι δεν τα κατάφεραν, με τους δημότες απ’ τους οποίους είχαν υπερψηφιστεί πριν μόλις ένα χρόνο. 

Η κάλπη, εδώ, αποδείχθηκε λιγότερο χαλαρή από κάθε άλλη φορά. Τι ξημερώνει; Δεν έχω ιδέα. Αλλ’ ακόμη κι αν (η ηγεσία φανεί «υποδεέστερη» του +60% και) πρόκειται να ξημερώσει το χειρότερο πρωινό των τελευταίων 40 ετών στον τόπο, ξέρω ότι αυτό πλέον θα το αντιμετωπίσει ένας Ελληνας με αυξημένη αυτοεκτίμηση. 

Ενας Ελληνας, που εν μια νυκτί έγινε στην Ευρώπη ανομολόγητο παράδειγμα για πολλούς φοβιτσιάρηδες. Ο Ρήγας έβαλε στη ζυγαριά, μια ώρα «ελεύθερη ζωή» με σαράντα χρόνια «σκλαβιά και φυλακή». Μάλλον, δεν το έβαλε στη ζυγαριά. Ηταν αυτονόητη η απάντηση, και την έδωσε μονομιάς. Δεν είχε και mass media, τότε. 

Να προπαγανδίσουν υπέρ του «ρεαλισμού». Δυο αιώνες έκτοτε, ο Ελληνας νομιμοποιείται πια να νιώθει πως ακόμη, μια κάποια, έστω μακρινή, συγγενική σχέση με τον Ρήγα την έχει. Πως ο τράχηλός του εξακολουθεί να επιβεβαιώνει το γνωμικό. Παραμένει αλλεργικός στον ζυγό. Ένα πολύ ζεστό, να σε τυλίγει, συναίσθημα.   

Είδατε, λοιπόν, τι καλό πράγμα είναι το δημοψήφισμα που επιτήδειοι θέλησαν αλλά δεν μπόρεσαν να δαιμονοποιήσουν; Και τώρα που αργήσαμε μεν, το μάθαμε το παιγνίδι δε, η ιδέα είναι, στο εξής να ερωτώμεθα πιο συχνά για ό,τι σημαντικό. Να φτάσουμε να πούμε, στην πολιτική, όχι στο ποδόσφαιρο, Ιρλανδία γίναμε…  

Να ερωτώμεθα πιο συχνά
EVENTS