MENU

Τον Μάρτιο του 2011 πέρασα κάμποσα βράδια στην εντατική του Ερυθρού. Το πρώτο ήταν γεμάτο αβεβαιότητα και φόβο. Και ακινησία που έκανε την κατάσταση απείρως χειρότερη. 

Τα επόμενα γεμάτα μοναξιά. Και φόβο φυσικά. Στην πορεία της πρώτης εβδομάδας, κρίθηκε ότι μπορούσα να μεταφερθώ από την ΜΕΘ σε κανονικό δωμάτιο. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη – νομίζω ελάχιστες  φορές στην ζωή μου έχω υπάρξει τόσο ευτυχισμένος. 

Δύο μέρες μετά, μια ξαφνική επιπλοκή με έστειλε ξανά στο χειρουργείο και στη συνέχεια στην εντατική. Τις πρώτες στιγμές που συνειδητοποίησα τι συνέβαινε, μόλις κατάλαβα δηλαδή ότι θα χρειαστεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να περάσω κι άλλα βράδια στην ΜΕΘ, κουνήθηκε το μυαλό μου. Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς. Έφυγε από την θέση του – σκέφτηκα πράγματα τρελά που δεν έχει σημασία να σας τα παραθέσω.

Βυθίστηκα σε τέτοια απόγνωση και οδύνη που έπαψα να είμαι εγώ. Όλα τα χαρακτηριστικά που πίστευα μέχρι τότε ότι με περιγράφουν, όλες οι μικρές και μεγάλες ιδιοτροπίες που με καθόριζαν, έφυγαν από το παράθυρο.  Έλιωσαν.

Έγινα κάτι άλλο.  Επί μέρες δεν ήθελα ή δεν άντεχα να μιλήσω σε κανέναν. 

Μίλησα μόνο, με μια κυρία στο διπλανό κρεβάτι, το πρώτο βράδυ της δεύτερης εισόδου μου στην ΜΕΘ.  Ελάχιστα. Με ρώτησε πως βρέθηκα εκεί τόσο νέος. Εκείνη ήταν άνω των 70. Της απάντησα απότομα και μάλλον αγενώς. Δεν άντεχα την πιθανότητα μιας ψιλής κουβέντα που θα διαρκούσε περισσότερο από ένα λεπτό.  Και την έκοψα με τον τρόπο μου.  Μέχρι το πρωί και παρά τις προσπάθειες των γιατρών να την επαναφέρουν, είχε πεθάνει. Ήμουν ο τελευταίος που της μίλησε.  Δεν έμαθα το όνομά της. 

Η παραφροσύνη μου ήταν μικρής διάρκειας ευτυχώς  -  ακόμα και μέσα σε εκείνη την θεοσκότεινη για εμένα, άβυσσο υπήρχε προφανώς  η δικλίδα ασφαλείας που με κράτησε  ώστε να μην προχωρήσω ένα βήμα παρακάτω. 

Η επιστροφή στον εαυτό μου διήρκησε περισσότερο. Αρχικά, με έναν κλισέ και εντελώς ψυχαναγκαστικό τρόπο, προσπάθησα να «αγαπήσω τη ζωή».  Ξέρετε, να μάθω από την αρχή να εκτιμώ τα μικρά πράγματα, τα πουλιά, τη θάλασσα, και τον γαλάζιο ουρανό. Το πάλεψα για καιρό. Και εντέλει απέτυχα. Όσο εκτιμούσα τον γαλάζιο ουρανό πριν, τον εκτιμούσα και μετά – λίγο, προτιμώ τον χειμωνιάτικο.

Στην πορεία κατάλαβα ότι δεν μπορείς να αλλάξεις τον βασικό πυρήνα της προσωπικότητάς σου. Μπορείς απλώς να προσπαθείς να είσαι η καλύτερη δυνατή εκδοχή του εαυτού σου καθημερινά. Δεν θα τα καταφέρεις τις περισσότερες φορές.  Αλλά η προσπάθεια ίσως τελικά και να επιφέρει την σταδιακή βελτίωση κάποιων πραγμάτων.  

Μόλις αντιλήφθηκα τα παραπάνω, σταμάτησα τις ποζεριές που εκνεύριζαν τους φίλους μου («carpe diem παιδιά», «άντε χέσου Κώστα») και αργά – αργά  επέστρεψα στις παλιές μου συνήθειες: στην καθημερινότητά μου, σε χειρότερη διατροφή (ευτυχώς όχι πολύ), στην πηγαία αντικοινωνικότητα. Επί μήνες δεν μπορούσα να κοιμηθώ μόνος μου, πλέον δυσκολεύομαι να ανεχθώ άλλον άνθρωπο στο σπίτι, όπως δυσκολευόμουν πάντα. Και ενώ έβγαζα αρχικά επικολυρικούς λόγους υπέρ του βαδίσματος μετά μουσικής, τώρα βγαίνω αναγκαστικά και βαριεστημένα στον δρόμο, επειδή πρέπει, όχι επειδή μου αρέσει.  

Έγινα ξανά αυτός που ήμουν πριν τον Μάρτιο του 2011.  Με λιγότερα κιλά και κάπως λιγότερα μαλλιά.  Φαινομενικά, ίδιος. Ουσιαστικά όχι. 

Δεν θα μπορούσα να είμαι.  Και ξέρω ότι δεν θα γίνω ποτέ. 

Βλέπετε, εννιά χρόνια μετά, ακόμα πετάγομαι μέσα στη νύχτα έντρομος και πιάνω τον παλμό μου για να βεβαιωθώ ότι η καρδιά μου δεν σταμάτησε να χτυπά. 

Ακόμα  κοιμάμαι με την τηλεόραση ανοιχτή για να σκεπάσω τον ήχο της εντατικής που συχνά επανέρχεται στο κεφάλι μου – τα άγνωστα μηχανήματα με τους επαναλαμβανόμενους βόμβους, τις βαριές, άρρωστες ανάσες, την απουσία ανθρώπινων φωνών, την εκκωφαντική αναμονή για το μοιραίο.

Ακόμα θυμάμαι την  παραλυτική αίσθηση ανημποριάς των ημερών της  ΜΕΘ, με  χειροπιαστό τρόμο που δεν με κάνει καλύτερο, ούτε χειρότερο, με κάνει όμως να ακούω τις φριχτές ειδήσεις ετούτων των ημερών με ένα είδος ενσυναίσθησης το οποίο ειλικρινά δεν γνώριζα ότι διέθετα. 

Ο αριθμός των διασωληνωμένων για τους περισσότερους είναι μια ανακοίνωση από τα χείλη του συμπαθή κ. Τσιόδρα, που δείχνει αν πάμε καλά ή όχι. 

Εγώ τον ακούω και επιστρέφω εκεί.  

Η εντατική υπήρξε μια  απροσδόκητα τραυματική εμπειρία  που θα κουβαλώ πάντα. Τόσο τραυματική  ώστε δεν έχω μιλήσει ποτέ για όλα αυτά, σε κανέναν, από τότε μέχρι και τώρα. Και σημειώστε ότι έμεινα μέσα λίγο, με καλή πρόγνωση και με αγαπημένα πρόσωπα έξω από την πόρτα που περίμεναν να με δουν έστω και για ένα λεπτό.

Σήμερα, αυτήν ακριβώς την στιγμή που διαβάζετε τούτες τις λέξεις, χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται σε εντατικές, πιθανότατα γνωρίζοντας ότι το τέλος πλησιάζει. Με άψυχους βόμβους, βαριές, άρρωστες ανάσες και την εκκωφαντική αναμονή να τους κυκλώνουν. 

Δίχως ένα αγαπημένο πρόσωπο κοντά τους για να τους παρηγορήσει. 

Είμαι κλεισμένος σπίτι εδώ και 12 μέρες. Θα μείνω και όλο το καλοκαίρι αν χρειαστεί προκειμένου ούτε ένας να μην βρεθεί σε τέτοια θέση εξαιτίας μου. 

Αν με κάποιον τρόπο καταφέρνω τελικά να ζω και να προχωρώ με τις φοβίες μου και τα τραύματά μου, με τις τύψεις είμαι βέβαιος ότι δεν θα τα κατάφερνα. 

Μείνετε σπίτι. Σας παρακαλώ μείνετε σπίτι. 

Υ.Γ. Το άρθρο δεν μέμφεται σε τίποτα το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου. Ήταν άψογοι σε όλα . Τους οφείλω πολλά.

Κυρίως, τους οφείλει η χώρα και σε εκείνους και όσους παλεύουν κάθε μέρα, υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Όταν όλα τελειώσουν, πρέπει να πιέσουμε για να μην ξεχαστεί αυτό το χρέος. 

 

Τα βράδια στην εντατική
EVENTS