Close

Señor, μήπως ξέρεις να μου πεις;

Τελευταία ανανέωση: 30 Μαΐου 2017, 13:00
Χρόνος ανάγνωσης: 6’
  • Αποθήκευση άρθρου

Τι είναι η ζωή; Μία συρραφή από κλικ. Ένα λεύκωμα στο οποίο καταθέτεις και αθροίζεις ψυχή, σώμα και μυαλό. Από το άλμπουμ του Ερνέστο Βαλβέρδε ήταν αδύνατον να λείπει ο πάγκος της Μπαρτσελόνα. Γράφει ο Σωτήρης Μήλιος...

Κάποιοι προτιμούν την αυθεντική εκτέλεση του Μπομπ Ντύλαν, άλλοι την βρίσκουν με το ελληνικό ηχόχρωμα που έδωσαν οι Πυξ-Λαξ. Το ταξίδι του «Señor» προς το άγνωστο παραμένει το ίδιο μυστηριακό, όποιους στίχους κι αν ακολουθήσει κανείς.

Señor, Señor

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Μήπως ξέρεις να μου πεις

πού πηγαίνεις, ποιόν θα βρεις;

Στ’ όνειρό μου σε έχω ξαναδεί

και νομίζω ότι ζεις ακόμα εκεί…

Ο παράδεισος του Señor είχε πάντα ονοματεπώνυμο. Στην οδό Ρίπα, στον αριθμό ένα. Πρώτος όροφος, στο πέμπτο διαμέρισμα. Στη γέφυρα του Αρενάλ στις όχθες του ποταμού Ρία ντε Μπιλμπάο. Εκεί ήταν πάντα όσα είχε, όσα ήθελε να έχει, όσα του έφταναν για να ζει χαρούμενος. Οι καθαρές ματιές, οι ειλικρινείς «καλημέρες», τα γραφικά καφέ της γειτονιάς, η ηρεμία, η γαλήνη, η επώνυμη… ανωνυμία.

Όπου κι αν ταξίδεψε στην ζωή του, η δική του Ιθάκη ήταν τα νερά του ποταμού Ρία ντε Μπιλπάο και το γεφυράκι του Αρενάλ. Ο δικός του παράδεισος. Του έφτανε. Δεν ήθελε κάτι παραπάνω. Όταν ερχόταν (το κάτι παραπάνω), ερχόταν από μόνο του. Τον ξελόγιαζε, αλλά για λίγο. Η καρδιά του ήταν πάντα εκεί.

Ποτέ δεν τον είχα δει να καμαρώνει τόσο πολύ, όσο εκείνο το βράδυ στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης «Ιλεάνα Τούντα», όπου δημοσίευσε την πρώτη του φωτογραφική έκθεση, με κλικ που είχαν ως πηγή έμπνευσης τη διαδρομή του στα ελληνικά γήπεδα / αρένες. Οι ομάδες του ήταν πάντα μέρος της ψυχή του. Οι φωτογραφίες του όμως, ήταν η ίδια του η ψυχή. Όλες μα όλες έκρυβαν μία βαριά δόση μελαγχολίας, έναν υφέρποντα πεσιμισμό. Άτομα μοναχικά, πρόσωπα σκυθρωπά και προβληματισμένα, αντικείμενα άδεια, φωτισμοί μυστηριακοί.

Αλήθεια Señor, μήπως ξέρεις να μου πεις, πού πηγαίνεις, ποιόν θα βρεις;

Η αγάπη δεν ήταν ποτέ δεδομένη στη ζωή του. Παρότι ένα από τα παρατσούκλια του ήταν το «Βάσκος» λόγω της ταύτισης με την Αθλέτικ Μπιλμπάο τόσο ως παίκτης (1990-96), όσο και ως προπονητής (επτά χρόνια σε δύο διαφορετικές θητείες), χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να βρει μία πατρίδα να τον υιοθετήσει.

Γεννήθηκε στην Εστρεμαδούρα κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία, μα χρειάστηκε να μετακομίσει στην Βαρκελώνη για να βγει στον αφρό. Έκανε όνομα στην Εσπανιόλ, μα ένας τραυματισμός στο γόνατο τον έκανε να χάσει τη μεγαλύτερη στιγμή στην ιστορία του συλλόγου, τον επαναληπτικό τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ (Μάιος του 1988) απέναντι στην Μπάγερ Λεβερκούζεν, όπου οι Καταλανοί διαλύθηκαν με 3-0 κι έχασαν το τρόπαιο. Με αυτόν στην ενδεκάδα όλα θα ήταν αλλιώς.

Το άρθρο συνεχίζεται μετά τη διαφήμιση

Το ίδιο καλοκαίρι μετακόμισε στη Μπαρτσελόνα. Δυστυχώς για αυτόν δεν ήταν μεταγραφή του Γιόχαν Κρόιφ, αλλά του προέδρου Νούνιες. Το αποτέλεσμα; Έφαγε πάγκο. Πολύ πάγκο. Σκουριά αληθινή. Δεν διαμαρτυρήθηκε όμως ποτέ. Καθόταν στωικά, πάντα σε απόσταση αναπνοής από τον μεγάλο Ολλανδό και ρουφούσε σαν το σφουγγάρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Ο σκληρός του δίσκος γέμισε από πληροφορίες, εικόνες, γνώσεις που πολύ αργότερα αποτέλεσαν τη βάση της προπονητικής του φιλοσοφίας. 

Άντεξε δύο χρόνια στους «μπλαουγκράνα». Ελάχιστοι τον θυμούνται να παίζει με τη φανέλα των Καταλανών, όμως άφησε πίσω του κάτι πολύ πιο σημαντικό. Το ήθος του. Ο Κρόιφ δεν τον λησμόνησε ποτέ. Πολλά χρόνια αργότερα τον μνημόνευσε με τον πιο κολακευτικό τρόπο: «Οι ομάδες πάντα χρειάζονται τύπους, όπως ο Βαλβέρδε. Δεν τον θυμάμαι ποτέ να δυσανασχέτησε ή να διαμαρτυρήθηκε. Κάθε μέρα προσπαθούσε να μάθει και κάτι καινούργιο». 

Πολλά χρόνια αργότερα, εν έτει 2012 σε μία συνέντευξη του στην El Mundo, ο Κρόιφ έκανε το απόλυτο κομπλιμέντο στον προπονητή πια Βαλβέρδε, χωρίς να νοιάζεται πως μόλις είχε παινέψει τον αιώνιο Καταλανό αντίπαλο: «Αν ήμουν οπαδός της Εσπανιόλ, θα πήγαινα στο γήπεδο για να δω την ομάδα του Βαλβέρδε. Μου αρέσουν οι ομάδες που φτιάχνει, είναι ένας από τους καλύτερους Ισπανούς προπονητές». Το χρίσμα -έστω και ενδόμυχα- είχε δοθεί.

Τον αποκαλούν Txingurri (μυρμήγκι) γιατί είναι εργατικός, αθόρυβος, παράταιρος με το ποδοσφαιρικό σταρ-σίστεμ. Ένας κύριος με όλα τα γράμματα της λέξης κεφαλαία, που προτιμούσε την εσωτερική του ισορροπία από τους μεγάλους πάγκους, την προβολή, τα φώτα της δημοσιότητας, τα πολλά φράγκα.

Μία βόλτα στα πλακόστρωτα σοκάκια της Αθήνας, το ψαράκι στη Βουλιαγμένη, ένα καφεδάκι σε κάποιο γραφικό και ήσυχο σοκάκι του Μπιλμπάο, μία καλή εικόνα για να απαθανατίσει με το φωτογραφικό του φακό ήταν όλα όσα ήθελε, όλα όσα τον κάλυπταν. Δεν δελεάστηκε ποτέ από τον ποταμό από ρούβλια που του έστρωσαν κατά καιρούς διάφορες ρωσικές ομάδες, δεν μπήκε ποτέ στον πειρασμό να αφήσει τη Χουνκάλ και τα τρία παιδιά τους για να πάει να γίνει πλούσιος σε κάποιο Εμιράτο. Προτίμησε να είναι ευτυχισμένος, παρά δέσμιος.

Ναι, αλλά what if? Τι θα γινόταν αν; Αυτή η απορία θα τον βασάνιζε για πάντα, αν δεν γινόταν ούτε και φέτος. Πολλές φορές φλέρταρε έντονα με την Μπαρτσελόνα, μα πάντα κάτι χαλούσε στο τέλος. Ας είμαστε ειλικρινείς, ο Βαλβέρδε δεν κάνει για την Μπαρτσελόνα, ούτε η Μπαρτσελόνα είναι πλασμένη για το Βαλβέρδε. Είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι που δεν τέμνονται πουθενά. Αλήθεια όμως, ποιός μπορεί να αποκλείσει, βάζοντας το χέρι του στη φωτιά ότι είναι αδύνατον να βρεθεί  χημεία βρεθεί ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ετερώνυμους πόλους;

Το «μυρμήγκι» είναι ο «πιο… προπονητής» προπονητής που θα έχει η Μπαρτσελόνα από την εποχή του Πεπ Γκουαρντιόλα. Κάποιος, που έχει δικό του ποδοσφαιρικό όραμα, πορεία, ύφος, διαδρομή, κάποιος που βίωσε όλα τα στάδια της δουλειάς. Και τους υπονόμους και τα λαμπερά σαλόνια. Κάποιος, που όπου κι αν δούλεψε άφησε πίσω του φίλους, όμορφες στιγμές, έργο. Η δική του Μπαρτσελόνα θα παίξει με κουτάκια, όπως είναι τα πάντα δομημένα μέσα στο μυαλό του Δον Ερνέστο. Τακτοποιημένα. 

Παραλαμβάνει μία Μπαρτσελόνα σε μία μεταβατική περίοδο. Οι κρόταφοι του Αντρές Ινιέστα είναι πια γκρίζοι και τα κουράγια του λιγοστά. Ο Λιονέλ Μέσι σε λίγες ημέρες γίνεται 30. Οι τρύπες στο ρόστερ είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού. Η Masia σταμάτησε να βγάζει παιδιά - θαύματα, τα αποδυτήρια είναι δύσκολα όσο ποτέ, μα το σημαντικότερο: ο κόσμος είναι τόσο καλοταϊσμένος που δεν ανέχεται τίποτα λιγότερο από το τέλειο.

Θέλει νίκες, θέλει τίτλους, θέλει κυριαρχία, θέλει γκολ, θέλει μαγικό ποδόσφαιρο κι όλα αυτά προσαρμοσμένα στις τακτικές νόρμες των «μπλαουγκράνα». Ένας «ηλεκτρικός» πάγκος που σε κάνει να χάνεις τον ύπνο σου. Αυτός ήταν, εξάλλου, κι ο λόγος που αποχώρησε ο Λουίς Ενρίκε. Μέσα σε τρία χρόνια, σαν να γέρασε μία δεκαετία. Άρχισε να ζει μόνο για να δουλεύει. Ξέχασε τις απλές χαρές της ζωής, αποκόπηκε από την οικογένειά του, μαράζωσε.

Ναι, αλλά what if? Τι θα γινόταν αν έχανε κι αυτό το τρένο; Ο Δον Ερνέστο αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένος να αφήσει για λίγο τον παράδεισο του αριθμού ένα στην οδό Ρίπα, το γεφυράκι του Αρενάλ και τις μυρωδιές του ποταμού Ρία ντε Μπιλμπάο και να πάρει την φωτογραφική του μηχανή με προορισμό τη Βαρκελώνη για την δεύτερη πολεμική ανταπόκριση της καριέρας του. Αυτά που είδε, έμαθε, βίωσε, διδάχθηκε εδώ μοιάζουν αληθινό μάθημα για το που πρέπει να ζουμάρει, τι φακό πρέπει να επιλέξει, τι φωτισμό χρειάζεται για να κάνει το κατάλληλο κλικ.

Συνήθως είναι προτιμότερο να μετανιώνεις για πράγματα που τόλμησες, παρά να αναρωτιέσαι τι θα γινόταν αν. Στην διασκευή του Señor, οι Πυξ-Λαξ, ολοκληρώνουν με τον στίχο:

Με καλώδια κρατιέμαι ζωντανός.

Έχω αλλάξει και η ζωή με θέλει αλλιώς...

Señor, καλώς ήρθες στον κόσμο της φθοράς...

  • Dislikes0
Close
Señor, μήπως ξέρεις να μου πεις;
Χρόνος ανάγνωσης: 6’